Όσα άφησα

 …στα τριανταπέντε του
πρέπει κανείς ν’ αποσύρεται από τη ζωή…

Eugène Ionesco

Θα συναντηθούμε. Στον ύπνο μας. Δεν θα θυμάσαι λεπτομέρειες. Μόνο τον φόβο. Και το διαπεραστικό βλέμμα ενός μοναχικού. Μην τον κοιτάξεις. Είναι πιο θλιβερή απ’ όσο φαίνεται η ζωή. Θέλεις να ξυπνήσεις. Να πεταχτείς απ’ το κρεβάτι και να φύγεις. Κλειδώνεις πίσω σου την πόρτα. Πετάς τα κλειδιά στον ακάλυπτο. Νιώθεις μια σκιά να σ’ ακολουθεί. Πάντα τις έτρεμες τις σκιές. Είναι όσοι χάθηκαν πρόωρα. Έτσι σου είπαν. Όσα σου έμαθαν έγιναν εφιάλτες. Η αλφάβητος, οι προσευχές, η ιστορία των προγόνων… Ένας ακόμη απόγονος. Πώς να ξεφύγεις; Τα πεζοδρόμια γέμισαν παρ’ ολίγον ανάπηρους. Οι δρόμοι ανύπαρκτοι μες στον λήθαργό τους. Θα συναντηθούμε.

Καίγομαι απ’ τα χρόνια. Συντάσσομαι από συνήθεια. Γίνομαι μέλος. Πληγωμένο. Τίποτα δεν μου ανήκει, φωνάζω. Τίποτα δικό μου. Τίποτα δικό σου επάνω μου. Να ξυπνήσω. Μόνο αυτό θέλω. Να ξυπνήσω. Και να χορτάσω το βλέμμα εκείνου του μοναχικού που μ’ ένιωσε κάποτε φευγαλέα. Να του πω να μην φοβάται. Είμαι εδώ. Κι ας μην είμαι. Κι η ζωή, δεν είναι δα και τόσο θλιβερή… Να επιστρέψω, έπειτα, σπίτι μ’ ένα αντικλείδι ξεχασμένο στο σακάκι μου. Ν’ αγκαλιάσω τις σκιές κι όσα άφησα πληγωμένα μέσα μου. Θα συναντηθούμε. Στ’ ορκίζομαι. Κι ας καίγομαι. Γιατί μόνο όταν καώ θα ‘χω να θυμάμαι. Όταν θα ‘χω απολέσει οριστικά κάθε συνήθεια. Όταν σωπάσω απ’ το βάρος του εαυτού μου. Να μην μάθω ποτέ πώς έζησα ή πώς κατάφερα να φτάσω ως εδώ… Στ’ ορκίζομαι. Θα συναντηθούμε.