Μιας άλλης εποχής

Μόλις είχα κατέβει απ’ την πολυκατοικία. Κατευθυνόμουν προς τη στάση του αστικού. Στο τέλος του δρόμου, απέναντι από ένα παλιό μισογκρεμισμένο περίπτερο, ο κυρ Κώστας απ’ τις Σέρρες μ’ απλωμένη την πραμάτεια του, κάτι λίγα σεμεδάκια της γυναίκας με χρυσή δαντέλα και κρόσσια και λευκά εργόχειρα μιας άλλης εποχής. Σφύριζε τα “Δώδεκα ευζωνάκια”. Του χαμογέλασα κι έκανα να τραγουδήσω έναν στίχο στον ρυθμό του. «Δυο χιλιάδες ζευγάρια πάντρεψα με την μουσική μου», λέει. «Βιρτουόζος στο βιολί και στο κλαρίνο!» Έπειτα, η φτώχεια κι η ζωή στη μεγαλούπολη. «Στους δρόμους για το μεροκάματο πενήντα τόσα χρόνια κι η γυναίκα μου κατάκοιτη…». Κάτι στα μάτια του πρόδιδε μια συγκρατημένη συγκίνηση. Μόνο όταν του ‘σφιξα το χέρι μπόρεσα να νιώσω λίγη απ’ την αξιοπρέπεια που ‘χε στεριώσει ανάμεσα απ’ τις σκληρές πτυχώσεις της παλάμης του...