Τέτοιο μήνα κάθε χρόνο...

Στη βεράντα, ξημέρωμα Κυριακής να ‘χεις κατεβάσει ένα μπουκάλι τσικουδιά και ‘γω να ψάχνω κάτι να ρίξω στους ώμους μου. Άλλαξε ο καιρός. Το τηλέφωνο στο τραπέζι χτύπησε επίμονα δυο-τρεις φορές. Αδιαφόρησες. «Δεν μου βάζεις λίγο ακόμα πάγο…» Δε σου χάλασα ποτέ το χατίρι. Μου μιλάς για εκείνα που σε κάνουν να φεύγεις μακριά. Για το αρχοντορεμπέτικο, το Νικόλα και τον Πρίγκιπα. Για τον ύπνο που έρχεται βασανιστικά και γυρίζεις σα σβούρα στο κρεβάτι. Για τη σύντομη ζωής μας… «Χθες, ένας συνάδερφος έφυγε μέσα σε δυο μήνες από καρκίνο και το αστείο είναι ότι τον Μάρτιο η γυναίκα του έφερε στον κόσμο το πρώτο τους παιδί… Γαμημένη Ζωή…» Πάντα κάτι σε προδίδει. Θέλεις να τα βάλεις κάτω, να δεις τι φταίει, τι πήγε στραβά, αν έφταιξες ή όχι. «Τέτοιο μήνα κάθε χρόνο, στρώναμε τα βράδια τις κουρελούδες στο χώμα της αυλής και λέγαμε, λέγαμε… Ήμασταν παιδιά. Δεν ξέραμε τι θέλαμε απ’ τη ζωή. Γι’ αυτό νιώθαμε ευτυχισμένοι. Αύγουστο μήνα. Αύγουστο… Τώρα οι μόνες στιγμές ευτυχίας είναι όταν φιλώ τη νύχτα το παιδί μου ή το πρωινό φιλί στη γυναίκα μου πριν τη δουλειά. Όλη μου η ζωή δυο φιλιά…» Οι άνθρωποι σε κουράζουν. Τα ίδια λόγια, οι ίδιες συζητήσεις, το ανώφελο της παρουσίας τους. Κι έπειτα, αυτό το άχαρο της μοίρας μας να τα μεταφράζουμε όλα σε συνήθεια. Πόση υπομονή να κάνεις… «Γιώργο, τον φοβάσαι τον καθρέφτη; Θέλω να πω, μπορείς να δεις κατάματα το πρόσωπό σου στον καθρέφτη χωρίς να τον φοβηθείς ή να τον αγνοήσεις; Είναι φορές που τρέμω στην ιδέα ότι εκείνος που φαίνεται απέναντί μου είμαι εγώ. Δεν έχει να κάνει με την αποδοχή. Με την μη αποδοχή έχει να κάνει… Με καταλαβαίνεις; Δεν μου αρέσει πια ο εαυτός μου, ένας επιτυχημένος αποτυχημένος. Και στο τέλος, τί μένει;..» Έβγαλες να στρίψεις τσιγάρο. Το τασάκι δίπλα σου γεμάτο από ώρα. «Να σου στρίψω ένα; Σε κούρασα, ε;.. Ένα τσιγάρο θα κάνω ακόμα... Να σ’ αφήσω κι εσένα να κοιμηθείς…»