Πάντα κάτι


Κάθισε δίπλα μου. Η μυρωδιά της γνώριμη.
Τραύλιζε, έχανε τα λόγια της, πνιγόταν.
Μόνο άκουγα.

Δεν κοιτάς όπως κοιτούσες. Δύστροπο βλέμμα. Ποια είναι αυτή; Σε όλους τους τόνους. Σκληρή έκθεση. Να μη μπορείς να ξεφύγεις. Ξεμονάχιασμα σαν βιασμός κατ’ εξακολούθηση. Νύχτες αϋπνίας να ονειρεύομαι τον χαμό μου κι ούτε μια έξοδος κινδύνου. Μιλώ και δεν υπάρχει κανείς. Κι αρχίζω να μετανιώνω. Κάθε που μετανιώνω το ευχαριστιέται η ψυχή μου, σα να τα διαγράφω όλα. Το απολαμβάνω. Αμφιβάλω για ‘μένα κι ύστερα φτου κι απ’ την αρχή.

Ήμουν μόνη. Αυτό να γράψετε στον τάφο μου.
Ξέρω, αρκετά με τα μακάβρια αστεία.