Ο ένας και ο άλλος


Ο ένας σωριάστηκε πρόωρα, όπως όλες οι αθώες ψυχές. Ο άλλος έπαψε από καιρό να περιμένει. Τρομοκρατημένοι και οι δυο από το παράλογο της εποχής, αγκάλιασαν την θλίψη τους και έμειναν πίσω. Πίσω, γενικά. «Λέω όσα αντέχω να πω», έλεγε ο ένας. «Δεν ήμουν ποτέ έτοιμος», απαντούσε ο άλλος. «Μη με κοιτάς, θα κλάψω», έλεγε ο ένας. Και σώπαινε απότομα. «Μη με κοιτάς. Είμαι μόνος», έλεγε ο άλλος. Κι άναβε τσιγάρο. «Τώρα, σωστός μπατίρης. Σκατά στα μούτρα μου», έλεγε ο ένας. «Μείναμε στα λόγια και τα κάναμε μαντάρα», συμπλήρωνε ο άλλος. «Ποια ελπίδα; Στα συρτάρια μου δεν έχω ούτε χαρά, ούτε αισιοδοξία. Μόνο κάτι μανταρισμένες κάλτσες κι αυτές αφόρετες από καιρό», μουρμούριζε ο ένας. «Βαρέθηκα τις θεωρίες και το παρελθόν», σαν ξερόβηχας ο άλλος. «Δεν ξέρω τι έχει ανάγκη η εποχή», είπε ο ένας. «Λείπει αυτό το κάτι για να ξεχάσεις όσα δεν πρόλαβες να ζήσεις, ρε μαλάκα», του φώναξε ο άλλος. Κι όλα φωτίσανε αλλιώς.