Άλλη αυταπάτη

Μισώ τον ανούσιο όχλο και τον φοβάμαι
Οράτιος, “Carmina” III, 1 

Έγραφες σαν να ήταν η μόνη αφορμή για να υπάρξεις. Φοβόσουν, έλεγες, περισσότερο τους ανθρώπους παρά τις λέξεις. Οι άνθρωποι θυμίζουν χαλασμένο βούτυρο που σκόρπισε στο κάτω ντουλάπι του ψυγείου. Κι οι λέξεις έχουν κάτι τόσο σιχαμένα γοητευτικό που πείθεσαι ότι αξίζει τον κόπο ν’ ασχοληθείς. Έγραφες γιατί δεν μπορούσες να βρεις κάποια κρισιμότερη δικαιολογία για την απουσία σου. Σε ικανοποιούσε η αίσθηση ότι κάποια μορφή δημιουργίας μπορεί να σε παραπλανήσει. Ζωή σε λέξεις. Ζωή μιας άλλης αυταπάτης. Όχι μ’ αναπνοές, ιδρώτα και όνειρα. Μόνο κραυγές και ψιθύρους. Σάρκινες φράσεις που έρχονται απ’ το πουθενά και ψάχνουν μανιασμένα μια διέξοδο. Για να δεις αν μπορείς να φτάσεις. Μακρύτερα απ’ το μακριά σου. Βαθύτερα απ’ το βαθειά σου.

Κι έγραφες γιατί ο καιρός δεν ήταν ποτέ με το μέρος σου.