Poetical hunty #2


Και γράφετε και δημοσιεύετε και περιφέρετε σαρκία μεταξύ ανυποψίαστων και ρημαγμένων. Τίποτα ψηλαφητό. Φαντάσματα ενδύονται στιχάκια κι είναι το μέλλον μας φτωχό, φτωχό και το παρόν μας.

Ο έβδομος (A hetedik) | Attila József

Εάν στον κόσμο αυτόν εμφανιστείς,
καλύτερα φορές επτά να γεννηθείς.
Μία σε σπίτι φλεγόμενο,
μία μες σε πλημμύρα παγωμένη,
μία σ’ άγριο τρελάδικο,
μία σ’ ένα χωράφι γινωμένο σιτάρι,
μία σ’ έρημο μοναστήρι,
κι άλλη μία, καταμεσής ενός χοιροστασίου.
Έξι βρέφη θα κλαίνε, μα όχι τόσο:
εσύ για ’σένα να ’σαι το έβδομο.

Όταν για την επιβίωση πρέπει να παλέψεις,
άσε τον εχθρό σου άνδρες να αντικρίσει επτά.
Έναν Κυριακή μακριά από εργασία,
έναν που πιάνει Δευτέρα δουλειά,
έναν που διδάσκει άνευ διδάκτρων,
έναν που μαθαίνει κολύμπι απ’ τον πνιγμό του,
έναν που ‘ναι σπόρος σε δάσος,
κι έναν υπό την προστασία των προγόνων,
μα κάθε τους κοροϊδία δεν αρκεί:
εσύ για ’σένα να ’σαι ο έβδομος.

Εάν θέλεις μια γυναίκα να βρεις,
άσε προς το μέρος της να πάνε άντρες επτά.
Έναν που προσφέρει καρδιά αντί λέξεις,
έναν που κοιτά τον εαυτό του,
έναν που ισχυρίζεται ότι είναι ονειροπόλος,
έναν που την αισθάνεται μέσα από τη φούστα της,
έναν που γνωρίζει να λύνει και να δένει,
κι έναν που βαδίζει πάνω στο φουλάρι της:
άστους πετώντας να βουίζουν τριγύρω της.
Εσύ για ’σένα να ’σαι ο έβδομος.

Αν γράφεις και μπορείς να προσφέρεις,
άσε άνδρες επτά να γράψουν το δικό σου ποίημα.
Έναν που χτίζει χωριό μαρμάρινο,
έναν που στον ύπνο του γεννήθηκε,
έναν που χαρτογράφησε τον ουρανό και τον γνωρίζει,
έναν που οι λέξεις του φωνάζουν τ’ όνομά του,
έναν που πληρώνει την ψυχή του,
κι έναν που τρωκτικά ζωντανά ανατέμνει.
Δύο θα ‘ναι γενναίοι και τέσσερις σοφοί:
Εσύ για ’σένα να ’σαι ο έβδομος.

Κι αν όλα γίνουν ως έχουν γραφτεί,
θα πεθάνεις για άνδρες επτά.
Έναν που γλύφει και θηλάζει,
έναν που αρπάζει σφριγηλό νεανικό στήθος,
έναν που άδεια πιάτα εκτοξεύει,
έναν που βοηθά κάποιο κέρδος πενιχρό,
έναν  που εργάζεται ώσπου να γίνει κομμάτια,
κι έναν που χαζεύει το φεγγάρι.
Αυτός ο κόσμος θα γίνει κάποτε η ταφόπλακά σου:
εσύ για ’σένα να ’σαι ο έβδομος.

***

If you set out in this world,
better be born seven times.
Once, in a house on fire,
once, in a freezing flood,
once, in a wild madhouse,
once, in a field of ripe wheat,
once, in an empty cloister,
and once among pigs in sty.
Six babes crying, not enough:
you yourself must be the seventh.

When you must fight to survive,
let your enemy see seven.
One, away from work on Sunday,
one, starting his work on Monday,
one, who teaches without payment,
one, who learned to swim by drowning,
one, who is the seed of a forest,
and one, whom wild forefathers protect,
but all their tricks are not enough:
you yourself must be the seventh.

If you want to find a woman,
let seven men go for her.
One, who gives heart for words,
one, who takes care of himself,
one, who claims to be a dreamer,
one, who through her skirt can feel her,
one, who knows the hooks and snaps,
one, who steps upon her scarf:
let them buzz like flies around her.
You yourself must be the seventh.

If you write and can afford it,
let seven men write your poem.
One, who builds a marble village,
one, who was born in his sleep,
one, who charts the sky and knows it,
one, whom words call by his name,
one, who perfected his soul,
one, who dissects living rats.
Two are brave and four are wise;
You yourself must be the seventh.

And if all went as was written,
you will die for seven men.
One, who is rocked and suckled,
one, who grabs a hard young breast,
one, who throws down empty dishes,
one, who helps the poor win;
one, who worked till he goes to pieces,
one, who just stares at the moon.
The world will be your tombstone:
you yourself must be the seventh.

[Δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό ΦΤΕΡΑ ΧΗΝΑΣ]

Poetical hunty #1


Είναι ο σουρεαλισμός, καλέ μου. Η γυμνή σου γάμπα, τα σκισμένα σου όνειρα σα φθηνή νάιλον κάλτσα. Σαν φλεγμονώδεις κήλες σε λεμφαδένες, όρχεις κι αρθρώσεις. Σπόνδυλοι πονούν, πέλματα ζέχνουν και πίνεις πρέζες, οινοπνεύματα, ιδέες σκελετωμένες. Οι στίχοι αυτοί πού ’λεγε ο ποιητής κι οι στίχοι οι άλλοι. Μόνο οι σταυροί θα μείνουν όρθιοι.

Γεννημένος 5/11/26 | John Berger


Κάθε μέρα και πιο κόκκινα
τα φύλλα της αχλαδιάς.
Πες μου τι ’ναι αυτό που αιμορραγεί.
Όχι καλοκαίρι
σαν καλοκαίρι που σβήνει νωρίς.
Όχι χωριό
που αν και με δρόμους μεθυσμένους
ακόμα να χαθεί.
Όχι καρδιά μου
σαν καρδιά που δεν ματώνει
όπως μια κίτρινη ορεινή μαργαρίτα.

Κανείς δεν πέθανε αυτό τον μήνα
ή ήταν τόσο τυχερός
για μια άδεια εργασίας μακριά από ‘δω.
Να φάμε σούπα
να κοιμηθούμε σ’ αχυρώνα
χωρίς μια σκέψη αυτοκτονίας
κι ας είναι Νοέμβρης.
Μόνο πες μου τι ’ναι αυτό που αιμορραγεί
εσύ που βλέπεις στο σκοτάδι.

Πήρες για λάφυρο
τ’ ακρωτηριασμένο χέρι του κόσμου
γεμίζοντας μ’ αίμα
δρόμους μακελεμένους.

***

Redder every day
the leaves of the pear trees.
Tell me what is bleeding.
Not summer
for summer left early.
Not the village
for the village though drunk on its road
has not fallen.
Not my heart
for my heart bleeds no more
than the arnica flower.

Nobody has died this month
or been fortunate enough
to receive a foreign work-permit.
We fed with soup
let sleep in the barn
no more thoughts of suicide
than is normal in November.
Tell me what is bleeding
you who see in the dark.

Hands of the world
amputated by profit
bleed in
streets of bloodsheds.

[1983]

Το μέλλον μας θα έχει πολύ ξηρασία


[Ἡ διαθήκη μου]

Ἀντισταθεῖτε
σ᾿ αὐτὸν ποὺ χτίζει ἕνα μικρὸ σπιτάκι
καὶ λέει: καλὰ εἶμαι ἐδῶ.

Ἀντισταθεῖτε σ᾿ αὐτὸν ποὺ γύρισε πάλι στὸ σπίτι
καὶ λέει: Δόξα σοι ὁ Θεός.

Ἀντισταθεῖτε
στὸν περσικὸ τάπητα τῶν πoλυκατοικιῶν
στὸν κοντὸ ἄνθρωπο τοῦ γραφείου
στὴν ἑταιρεία εἰσαγωγαὶ - ἐξαγωγαί
στὴν κρατικὴ ἐκπαίδευση
στὸ φόρο
σὲ μένα ἀκόμα ποὺ σᾶς ἱστορῶ.

Ἀντισταθεῖτε
σ᾿ αὐτὸν ποὺ χαιρετάει ἀπ᾿ τὴν ἐξέδρα ὦρες
ἀτέλειωτες τὶς παρελάσεις
σ᾿ αὐτὴ τὴν ἄγονη κυρία ποὺ μοιράζει
ἔντυπα ἁγίων λίβανον καὶ σμύρναν
σὲ μένα ἀκόμα ποὺ σᾶς ἱστορῶ.

Ἀντισταθεῖτε πάλι σ᾿ ὅλους αὐτοὺς ποὺ λέγονται
μεγάλοι
στὸν πρόεδρο τοῦ Ἐφετείου ἀντισταθεῖτε
στὶς μουσικὲς τὰ τούμπανα καὶ τὶς παράτες
σ᾿ ὅλα τ᾿ ἀνώτερα συνέδρια ποὺ φλυαροῦνε
πίνουν καφέδες σύνεδροι συμβουλατόροι

σ᾿ ὅλους ποὺ γράφουν λόγους γιὰ τὴν ἐποχὴ
δίπλα στὴ χειμωνιάτικη θερμάστρα

στὶς κολακεῖες τὶς εὐχὲς τὶς τόσες ὑποκλίσεις
ἀπὸ γραφιάδες καὶ δειλοὺς γιὰ τὸ σοφὸ
ἀρχηγό τους.

Ἀντισταθεῖτε στὶς ὑπηρεσίες τῶν ἀλλοδαπῶν
καὶ διαβατηρίων
στὶς φοβερὲς σημαῖες τῶν κρατῶν καὶ τὴ
διπλωματία
στὰ ἐργοστάσια πολεμικῶν ὑλῶν
σ᾿ αὐτοὺς ποὺ λένε λυρισμὸ τὰ ὡραῖα λόγια
στὰ θούρια
στὰ γλυκερὰ τραγούδια μὲ τοὺς θρήνους
στοὺς θεατὲς
στὸν ἄνεμο
σ᾿ ὅλους τοὺς ἀδιάφορους καὶ τοὺς σοφοὺς
στοὺς ἄλλους ποὺ κάνουνε τὸ φίλο σας

ὡς καὶ σὲ μένα, σὲ μένα ἀκόμα ποὺ σᾶς ἱστορῶ
ἀντισταθεῖτε.

Τότε μπορεῖ βέβαιοι νὰ περάσουμε πρὸς τὴν
Ἐλευθερία.

***

[Θὰ σᾶς περιμένω]

Θὰ σᾶς περιμένω μέχρι τὰ φοβερὰ μεσάνυχτα ἀδιάφορος –
Δὲν ἔχω πιὰ τί ἄλλο νὰ πιστοποιήσω.
Οἱ φύλακες κακεντρεχεῖς παραμονεύουν τὸ τέλος μου
ἀνάμεσα σὲ θρυμματισμένα πουκάμισα καὶ λεγεῶνες.
Θὰ περιμένω τὴ νύχτα σας ἀδιάφορος
χαμογελώντας μὲ ψυχρότητα γιὰ τὶς ἔνδοξες μέρες.

Πίσω ἀπὸ τὸ χάρτινο κῆπο σας
πίσω ἀπὸ τὸ χάρτινο πρόσωπό σας
ἐγὼ θὰ ξαφνιάζω τὰ πλήθη
ὁ ἄνεμος δικός μου
μάταιοι θόρυβοι καὶ τυμπανοκρουσίες ἐπίσημες
μάταιοι λόγοι.

Μὴν ἀμελήσετε.
Πάρτε μαζί σας νερό.
Τὸ μέλλον μας θὰ ἔχει πολὺ ξηρασία.

***

(...)

Κάποτε θ᾿ ἀνεβοῦμε καθὼς προζύμι
ὁ σιδερένιος κλοιὸς θὰ ραγιστεῖ
τὰ ὄρη σας ὅπως πυκνὰ σύννεφα θὰ χωριστοῦν
οἱ κόσμοι θὰ τρίξουν
στὶς ἔντρομες αἴθουσες οἱ ρήτορες θὰ
σωπάσουν
καὶ θ᾿ ἀκουστεῖ ἡ φωνή μου:
«Οἱ νέοι πρίγκιπες μὲ σάλπιγγες καὶ νέες
στολὲς
οἱ νέοι συμβουλάτορες οἱ νέοι παπάδες
οἱ πρόεδροι καὶ τὰ συμβούλια καὶ οἱ ἐπιτροπὲς
ὅλοι οἱ μάγοι προφεσόροι...»

Περιμένετε αὐτὴ τὴ φωνή.

Ἔτσι θ᾿ ἀρχίζει.

* [απόσπασμα από το ποίημα Τὸ σχῆμα μου
της συλλογής Κατὰ Σαδδουκαίων]


[Μιχάλης Κατσαρός, 1921(;) – 1998]

[εικόνα: Τάκης Τλούπας]