Η τέχνη μας η φρικτότερη του εγώ μεταμφίεση


Στὴν ὕλη εἰσχώρησα οὐρλιάζοντας

Δυὸ θάλασσες μὲ κυνηγοῦν: ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος
δυὸ ρεύματα π᾿ ἀνάθεματα στὴν καρδιὰ μου...
Ψάχνω γιὰ νὰ βρῶ μέσ᾿ στὸ σκυλοπιωμένο κεφάλι μου
δεύτερη κτητικὰ ἀντωνυμία
δὲ βρίσκω - νοημοσύνη. Δὲ μαρμάρωσα τίποτα
Νὰ παίζουμε τοὺς ἀνέμους
νὰ παίζουμε γλυκὰ τοὺς κολασμένους
Τί βρέφος ἠδυνόμενο τὸ ποίημα
κι ὁ φουκαριάρης ὁ Ἰησοῦς
μ᾿ ἕνα πορτοκαλένιο σωβρακάκι
κρεμιέται κάθε χρόνο στὰ ἔαρα
Ἡ τέχνη μας ἡ φριχτότερη τοῦ ἐγὼ μεταμφίεση.

***

Ἡ νύχτα μὲ συμφέρει

Πράγματι ἡ νύχτα μὲ συμφέρει.
Πρῶτα-πρῶτα ἐλαττώνει τὶς φιλοδοξίες· ὕστερα
διορθώνει τὶς σκέψεις· ἔπειτα
συμμαζώνει τὴ θλίψη καὶ τὴν κάνει ὑποφερτότερη
τὴ σιωπὴ μὲ σέβας ἀνατέμνει·
ἐξαίρει τὴν ὄσφρηση μὰ προπάντων ἡ νύχτα περιζώνει.

***

Ῥομαντικὸς ἐπίλογος

Μὴ μὲ διαβάζετε ὅταν δὲν ἔχετε
παρακολουθήσει κηδεῖες ἀγνώστων
ἢ ἔστω μνημόσυνα.
Ὅταν δὲν ἔχετε
μαντέψει τὴ δύναμη
ποὺ κάνει τὴν ἀγάπη
ἐφάμιλλη τοῦ θανάτου.
Ὅταν δὲν ἀμολήσατε ἀϊτὸ τὴν Καθαρὴ Δευτέρα
χωρὶς νὰ τὸν βασανίζετε
τραβώντας ὁλοένα τὸ σπάγγο.
Ὅταν δὲν ξέρετε πότε μύριζε τὰ λουλούδια
ὁ Νοστράδαμος.
Ὅταν δὲν πήγατε τουλάχιστο μιὰ φορὰ
στὴν Ἀποκαθήλωση.
Ὅταν δὲν ξέρετε κανέναν ὑπερσυντέλικο.
Ἂν δὲν ἀγαπᾶτε τὰ ζῶα
καὶ μάλιστα τὶς νυφίτσες.
Ἂν δὲν ἀκοῦτε τοὺς κεραυνοὺς εὐχάριστα
ὁπουδήποτε.
Ὅταν δὲν ξέρετε πῶς ὁ ὡραῖος Modigliani
τρεῖς ἡ ὥρα τὴ νύχτα μεθυσμένος
χτυποῦσε βίαια τὴν πόρτα ἑνὸς φίλου του
γυρεύοντας τὰ ποιήματα τοῦ Βιγιὸν
κι ἄρχισε νὰ διαβάζει ὦρες δυνατὰ
ἐνοχλώντας τὸ σύμπαν.
Ὅταν λέτε τὴ φύση μητέρα μας καὶ ὄχι θεία μας
Ὅταν δὲν πίνετε χαρούμενα τὸ ἀθῶο νεράκι.
Ἂν δὲν καταλάβατε πῶς ἡ Ἀνθοῦσα
εἶναι μᾶλλον ἡ ἐποχή μας.
ΠΡΟΣΟΧΗ
ΧΡΩΜΑΤΑ
Μὴ μὲ διαβάζετε
ὅταν
ἔχετε
δίκιο.
Μὴ μὲ διαβάζετε ὅταν
δὲν ἤρθατε σὲ ρήξη μὲ τὸ σῶμα...
Ὥρα νὰ πηγαίνω
δὲν ἔχω ἄλλο στῆθος.

[Νίκος Καροῦζος, 1926-1990]

Συνταγογραφημένα καλοκαίρια


Μας πιάνει τα καλοκαίρια μια τάση να προλάβουμε, να κάνουμε, να πάμε, να ζήσουμε, αγνοώντας ότι ήδη όλα αυτά συμβαίνουν. Αγνοώντας ότι δεν υπάρχουν συνταγές. Τα συνταγογραφημένα καλοκαίρια αλλά και τόσα αλλά που νόμιζα ότι έτσι κι όχι αλλιώς, είναι άλλης πια ζωής, άλλου ανθρώπου. Τα καλοκαίρια ξοδεύονται όπως ξοδεύονται τόσα και τόσα· όπως ξοδεύεται χωρίς να μας ρωτήσει η ζωή. Το ξόδεμα είναι ο νόμος κι όχι η εξοικονόμηση.

Γλυκά από συνταγή αποτυγχάνουν περίτρανα. Θυμάμαι της μάνας ή της μάνας της μάνας μου. Σκάρτο το κέικ, κάθονταν στη μέση, μια αηδία. Και τα γλυκά του κουταλιού που περνούσαν δια πυρός και σιδήρου με τηλέφωνα σε γνωστές, συγγένισσες, γειτόνισσες, πόση ζάχαρη, πόσο βράσιμο, με γλυκόζη ή χωρίς, ζαχάρωναν, ξίνιζαν πριν την ώρα τους. Ή αυτοσχεδιάζεις ή όπως τα ξέρεις και μπορείς. Δεν θα σκάσουμε κιόλας: ιδού ο νόμος. Έτσι κι αλλιώς η θερμοκρασία των ημερών δεν βοηθά.

Στέκω αμήχανα μπροστά στις διακοπές τους, στις αναμονές τους σε σταθμούς και λιμάνια, στην καταθλιπτική μυρωδιά ξενοδοχείων κι ενοικιαζόμενων δωματίων με θέα το πράσινο ή το γαλάζιο, που πάντα ήταν εκεί αλλά τώρα μας βόλεψε να φωτογραφηθούμε μαζί του. Αμήχανα μπρος στην θλιβερή μελαγχολία εκείνων που φεύγουν να ξεσκάσουν, ν’ αλλάξουν παραστάσεις, να φορτίσουν μπαταρίες. Να ’ναι θλιβερή κι η μελαγχολία, πάει πολύ.

Το καλοκαίρι μου ήταν και είναι όπως κάθε εποχή. Μια απλή καθημερινότητα, σα να μην είχα ποτέ τίποτα να διακόψω. Κι η καθημερινότητα κρύβει ως φαίνεται τις πιο ζηλευτές συγκινήσεις. Φτάνει να μπορείς να δεις. Φτάνει ν’ απλώσεις χέρι ν’ αγγίξεις. Τώρα γιατί έτσι κι όχι αλλιώς, είναι θέμα που αφορά όσους αναζητούν τρόπους να είναι, να κάνουν, να πάνε, έχοντας στο τσεπάκι τους σκασίλες, μικροενοχές και αυτοτιμωρίες.

Το καλοκαίρι δεν είναι παρά άλλη μία εποχή. Μία ακόμα μετάβαση. Είναι στέκω για λίγο, πριν συνεχίσω ξανά. Αλλά στέκω. Το άγχος του αλλού, με άλλους, για όσο, μαραίνει όπως ο πλατύφυλλος βασιλικός στο τραπέζι της βεράντας πού ’μεινε απότιστος στον ήλιο. Το καλοκαίρι είναι καλοκαίρι. Όχι προετοιμασία για κάτι άλλο.

Poetical hunty #5


Δεν είμαστε ποιητές θα πει ποτέ δεν θα γίνουμε. Θα πει βγάλτε τον σκασμό. Πυρπολείστε τον καθησυχασμό σας. Θαυτείτε μαζί με τον ύπνο σας. Προστατέψτε μας από τον εαυτό σας.

Νυχτερινές Απουσίες #27

I’ll tell you all my secrets
but I’ll lie about my past

Tom Waits, Tango Till They ‘re Sore

Να σου μιλήσω για τη μυρωδιά των σκουπιδιών, τους ανεμιστήρες της αρχαίας αγοράς, τον θόρυβο των φρένων, τις κουρούνες που κράζουν πάνω απ’ την πλατεία, τους άχαρους ανθρώπους της πόλης. Να σου μιλήσω για τα συνεργεία του δήμου, τα καλοκαίρια της πρώτης εφηβείας, τον έρημο δρόμο 40 βαθμούς υπό σκιά από Ντεπώ-Καλαμαριά.

***

Άσε τον πόνο να πλησιάσει. Το αναπόφευκτο προσφέρει στιγμές ανεκτίμητες. Σιωπές σαν κρυμμένες ανάσες κάτω απ’ το δέρμα. Μάχεται ο άνθρωπος για όσο ποτέ δεν θα αποκτήσει. Στη φυλακή η ελευθερία βλασταίνει χωρίς λίπασμα. Αφ’ εαυτού της. Ενσαρκώνεται τη φύση της. Νικάει πάντα.

[Δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό ΘΡΑΚΑ]

Το χρέος της σκέψης

[τα άλογα του Διομήδη χορτάτα από ανθρώπινο κρέας
χλιμίντριζαν όλη νύχτα στον ύπνο μου]

Ξυπνάς και είσαι μόνος χωρίς μαξιλάρι
καμπάνες απ’ το θρακικό πέλαγος, ο εσταυρωμένος δίπλα στο μπαλκόνι
ημίγυμνος θράκας πελταστής σε ρεύμα ανοδικό

κάποτε είναι όλα ήρεμα
μόνο ήλιος και νέφη πάνω απ’ τη μεγάλη λίμνη και τη Σαμοθράκη

Πᾶσα ψυχὴ ἐξουσίαις ὑπερεχούσαις ὑποτασσέσθω
Πάει να πει στέκεις με τρόπο αυστηρό μπρος στο τετελεσμένο
Καταλαμβάνεσαι απ’ τη μανία μιας καταιγίδας
Κι ο Λυσίμαχος πού χάθηκε;
υπήρξε κι αυτός κάποτε Θεσσαλός

~

Επιστρέφω στα όνειρα φίλων
πότε ντυμένος στα λευκά πότε στα κόκκινα
έτοιμος γι’ αποχαιρετισμό
Κι αν όλα συμβαίνουν για καλό, γιατί τρέμω μην κοπάσει η βροχή;
Γιατί τα ρούχα μου παίρνουν μυρωδιές άλλων σωμάτων
όταν τα φορώ μόνο εγώ;

Μάτια κουρελόπανα
Το παρελθόν πιο πολύ απ’ το παρόν μου
Δεν μπορεί, θα συμφωνήσουν οι άνθρωποι
Κεραμίδι το κεραμίδι, σταγόνα τη σταγόνα –
ό,τι αντέχει στη φθορά είναι από σκέψη

~

Ήταν όλα εκεί:
τα ασημένια νομίσματα, το σπασμένο αγγείο,
ο νεκρός στο πιθάρι
τ’ αυτιά των ζωντανών όλα μπροστά
κι όλα στο πλάι

Και βλέπω το κυπαρίσσι να γέρνει ελαφρά στο σπίτι
παράθυρα κλειστά σαν πικραμένα χείλη
Βουνά της Θράκης ουλές, φλέβες κι αρθρώσεις στο δέρμα
Βρίσκει κανείς ακόμα στις πόλεις φαντάσματα ανύμφευτων γυναικών
καθώς σε τόση ματαιότητα

πεθαίνουμε για να ξεπληρώσουμε το χρέος της σκέψης


[Δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό bibliotheque]