(μέσα από την είσοδο, μια ρίζα πεύκου πελεκημένη έτσι ώστε να μοιάζει με σκύλο)

Μια άλλη φορά ένα χειμώνα
βρέθηκε ένα κουνούπι νεκρό
στου πευκοριζόσκυλου το μπροστινό αριστερό πόδι
σε μια ρωγμή κατά μήκος της φλέβας
και πάντα ήταν κάποιος εκεί
κάθε μέρα
που έλεγε κάτι για το κουνούπι: κοίτα
το νεκρό κουνούπι,
βρίσκεται ακόμα εδώ…
Στο τέλος του Απρίλη
ήρθαν οχτώ κάσες με φυτά για τον κήπο
και η εξώπορτα έστεκε ανοιχτή στην καθαρή λάσπη.
Την ενδέκατη του Μάη πέταξε το κουνούπι έξω,
ζούσε,
και πρώτα ένας, κατόπιν όλοι στην είσοδο
πετάχτηκαν έξω και το κυνηγούσαν,
δύο, τρία, το πολύ πέντε δευτερόλεπτα.
Γνέψιμο απ’ το κουνούπι, ήταν
πια σχεδόν καλοκαίρι.

[Erik Beckman, μτφρ. Βασίλης Παπαγεωργίου, 
Σύγχρονοι Σουηδοί Ποιητές, εκδ. Εγνατία | 1979]

Poetical hunty #3


Άνθρωποι και στίχοι στον ίδιο χαμό. Αφιερώσεις προς ετερότεχνους, ομότεχνους, άτεχνους, φίλους, άφυλους κι εχθρούς. Στίχοι ακατάληπτοι ακόμα κι απ’ τον ίδιο τον δημιουργό. Κι είναι συχνά αστεία κάθε απόπειρα έκφρασης. Και τα λόγια δεν θα δικαιωθούν παρά όταν πέσει σκοτάδι. Κι οι πράξεις αδικαίωτες γιατί ποτέ δεν υπήρξαν.


ἕνα φῶς ἀστραφτερὸ σκυλίσιο


[Ὁ σκύλος]

Ὁ σκύλος αὐτὸς πρόβαλε πρώτη φορὰ σὲ δρόμο
σκισμένο ἀπὸ κοφτερὰ γυαλιὰ
ὕστερα φάνηκε στὸν οὐρανὸ
μέσα σε ἕνα σκοτεινὸ πηγάδι τ᾿ οὐρανοῦ
ἔπινε ἕνα φῶς ἀστραφτερὸ σκυλίσιο
συνόδεψε ἕνα χέρι λίγα βήματα
ὕστερα γίνηκε φωτιὰ
ἔκλαιγε σὰν κακὸ πουλὶ
ἔκαιγε σὰν ἐλπίδα
ποιὸς ξέρει ἀπὸ ποὺ ἦρθε καὶ πῶς ἔφυγε

Μὰ ἐγὼ ξέρω πὼς θὰ γίνει θάνατος
μιὰ μέρα

***

[Τοῦ θηρίου]

Μὴ φεύγεις θηρίο
Θηρίο μὲ τὰ σιδερένια δόντια
Θὰ σοῦ φτιάξω ἕνα ξύλινο σπίτι
Θὰ σοῦ δώσω ἕνα λαγήνι
Θὰ σοῦ δώσω κι ἕνα κοντάρι
Θὰ σοῦ δώσω κι ἄλλο αἷμα νὰ παίζεις.

Θὰ σὲ φέρω σ᾿ ἄλλα λιμάνια
Νὰ δεῖς τὰ βαπόρια πῶς τρῶνε τὶς ἄγκυρες
Πῶς σπάζουν στὰ δυὸ τὰ κατάρτια
Κι οἱ σημαῖες ξάφνου νὰ βάφονται μαῦρες.

Θὰ σοῦ βρῶ πάλι τὸ ἴδιο κορίτσι
Νὰ τρέμει δεμένο στὸ σκοτάδι τὸ βράδυ
Θὰ σοῦ βρῶ πάλι τὸ σπασμένο μπαλκόνι
Καὶ τὸ σκύλο οὐρανὸ
Ποὺ βαστοῦσε τὴ βροχὴ στὸ πηγάδι.

Θὰ σοῦ βρῶ πάλι τοὺς ἴδιους στρατιῶτες
Αὐτὸν ποὺ χάθηκε πᾶν τρία χρόνια
Μὲ τὴν τρύπα πάνω ἀπ᾿ τὸ μάτι
Κι αὐτὸν ποὺ χτυποῦσε τὶς νύχτες τὶς πόρτες
Μὲ κομμένο τὸ χέρι.

Θὰ σοῦ βρῶ πάλι τὸ σάπιο Μῆλο
Μὴ φεύγεις θηρίο
Θηρίο μὲ τὰ σιδερένια δόντια.


***

[Οἱ ἀπομείναντες]

Ὅμως ὑπάρχουν ἀκόμα
λίγοι ἄνθρωποι
ποὺ δὲν εἶναι κόλαση
ἡ ζωή τους

ὑπάρχει τὸ μικρὸ πουλὶ ὁ κιτρινολαίμης
ἡ Fraülein Ramser
καὶ πάντοτε τοῦ ἥλιου οἱ ἀπομείναντες
οἱ ἐρωτευμένοι μὲ ἥλιο ἢ μὲ φεγγάρι

ψάξε καλὰ
βρές τους, Ποιητή!
κατάγραψέ τους προσεχτικὰ
γιατί ὅσο πᾶν καὶ λιγοστεύουν

λιγοστεύουν

[Μίλτος Σαχτούρης, 1919-2005]

Poetical hunty #2


Και γράφετε και δημοσιεύετε και περιφέρετε σαρκία μεταξύ ανυποψίαστων και ρημαγμένων. Τίποτα ψηλαφητό. Φαντάσματα ενδύονται στιχάκια κι είναι το μέλλον μας φτωχό, φτωχό και το παρόν μας.

Ο έβδομος (A hetedik) | Attila József

Εάν στον κόσμο αυτόν εμφανιστείς,
καλύτερα φορές επτά να γεννηθείς.
Μία σε σπίτι φλεγόμενο,
μία μες σε πλημμύρα παγωμένη,
μία σ’ άγριο τρελάδικο,
μία σ’ ένα χωράφι γινωμένο σιτάρι,
μία σ’ έρημο μοναστήρι,
κι άλλη μία, καταμεσής ενός χοιροστασίου.
Έξι βρέφη θα κλαίνε, μα όχι τόσο:
εσύ για ’σένα να ’σαι το έβδομο.

Όταν για την επιβίωση πρέπει να παλέψεις,
άσε τον εχθρό σου άνδρες να αντικρίσει επτά.
Έναν Κυριακή μακριά από εργασία,
έναν που πιάνει Δευτέρα δουλειά,
έναν που διδάσκει άνευ διδάκτρων,
έναν που μαθαίνει κολύμπι απ’ τον πνιγμό του,
έναν που ‘ναι σπόρος σε δάσος,
κι έναν υπό την προστασία των προγόνων,
μα κάθε τους κοροϊδία δεν αρκεί:
εσύ για ’σένα να ’σαι ο έβδομος.

Εάν θέλεις μια γυναίκα να βρεις,
άσε προς το μέρος της να πάνε άντρες επτά.
Έναν που προσφέρει καρδιά αντί λέξεις,
έναν που κοιτά τον εαυτό του,
έναν που ισχυρίζεται ότι είναι ονειροπόλος,
έναν που την αισθάνεται μέσα από τη φούστα της,
έναν που γνωρίζει να λύνει και να δένει,
κι έναν που βαδίζει πάνω στο φουλάρι της:
άστους πετώντας να βουίζουν τριγύρω της.
Εσύ για ’σένα να ’σαι ο έβδομος.

Αν γράφεις και μπορείς να προσφέρεις,
άσε άνδρες επτά να γράψουν το δικό σου ποίημα.
Έναν που χτίζει χωριό μαρμάρινο,
έναν που στον ύπνο του γεννήθηκε,
έναν που χαρτογράφησε τον ουρανό και τον γνωρίζει,
έναν που οι λέξεις του φωνάζουν τ’ όνομά του,
έναν που πληρώνει την ψυχή του,
κι έναν που τρωκτικά ζωντανά ανατέμνει.
Δύο θα ‘ναι γενναίοι και τέσσερις σοφοί:
Εσύ για ’σένα να ’σαι ο έβδομος.

Κι αν όλα γίνουν ως έχουν γραφτεί,
θα πεθάνεις για άνδρες επτά.
Έναν που γλύφει και θηλάζει,
έναν που αρπάζει σφριγηλό νεανικό στήθος,
έναν που άδεια πιάτα εκτοξεύει,
έναν που βοηθά κάποιο κέρδος πενιχρό,
έναν  που εργάζεται ώσπου να γίνει κομμάτια,
κι έναν που χαζεύει το φεγγάρι.
Αυτός ο κόσμος θα γίνει κάποτε η ταφόπλακά σου:
εσύ για ’σένα να ’σαι ο έβδομος.

***

If you set out in this world,
better be born seven times.
Once, in a house on fire,
once, in a freezing flood,
once, in a wild madhouse,
once, in a field of ripe wheat,
once, in an empty cloister,
and once among pigs in sty.
Six babes crying, not enough:
you yourself must be the seventh.

When you must fight to survive,
let your enemy see seven.
One, away from work on Sunday,
one, starting his work on Monday,
one, who teaches without payment,
one, who learned to swim by drowning,
one, who is the seed of a forest,
and one, whom wild forefathers protect,
but all their tricks are not enough:
you yourself must be the seventh.

If you want to find a woman,
let seven men go for her.
One, who gives heart for words,
one, who takes care of himself,
one, who claims to be a dreamer,
one, who through her skirt can feel her,
one, who knows the hooks and snaps,
one, who steps upon her scarf:
let them buzz like flies around her.
You yourself must be the seventh.

If you write and can afford it,
let seven men write your poem.
One, who builds a marble village,
one, who was born in his sleep,
one, who charts the sky and knows it,
one, whom words call by his name,
one, who perfected his soul,
one, who dissects living rats.
Two are brave and four are wise;
You yourself must be the seventh.

And if all went as was written,
you will die for seven men.
One, who is rocked and suckled,
one, who grabs a hard young breast,
one, who throws down empty dishes,
one, who helps the poor win;
one, who worked till he goes to pieces,
one, who just stares at the moon.
The world will be your tombstone:
you yourself must be the seventh.

[Δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό ΦΤΕΡΑ ΧΗΝΑΣ]