Χωρίς ψυχή

Θα γράψω κάποτε για την πατρίδα
σα να ήταν γυναίκα ξένη και άτεκνη.
Η ελπιδοφόρος θλίψη του Σεφέρη,
ο εναγκαλισμός με το φορτίο του χρόνου.
Γνωρίζεις μετά από καιρό το σώμα σου
και ’κείνο αρνείται να συνεργαστεί.

*

Παρακεταμόλη στο αίμα.
Μέσα στον χώρο πέρα από έπιπλα και συσκευές
υπάρχουν σώματα που ποτέ δεν είδες. Κινούνται
σέρνονται αργά σε τοίχους, δάπεδο, ταβάνι.
Σώματα ξένα σαν δικά μας. Άσαρκα, ζεστά,
χωρίς ψυχή. Κανένα σώμα ζωντανό δεν έχει ψυχή.

*

Είμαι το δέντρο που δεν κατόρθωσε ν’ ανθίσει
οι φωνές των πουλιών που σώπασαν
από κάτι εκκωφαντικό
και ύποπτο.

[Δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό bibliotheque]

Δεν είμαστε παρά η στάχτη του υπεδάφους


i.

Γνώρισα με το σώμα τους ήχους του μεσονυχτίου
τον απόκοσμο βόμβο των κουνουπιών
το σκοτάδι κάθε που ετοιμάζονταν να καταπιεί τη γη

Υπήρξα συνεπής με τη φθορά
και μόνο ο άνεμος, κάποιο ρεύμα απ’ τα δυτικά
ή ο πρωταρχικός νόμος της αδράνειας γνωρίζουν τρόπους
αποδοτικότερους της σιωπής

[ας φανούν τα λόγια αυτά απόρροια
αυθόρμητου εγωισμού]



ii.

Πρώτα η Στροφή του ’31, στη Γυμνοπαιδία αργότερα θ’ αντικρίσω
το παρελθόν και το μέλλον μας. Δεν είμαστε παρά η στάχτη
και η πορσελάνη του υπεδάφους.

Όταν συναντηθούμε η χώρα θα ’χει αλλάξει χέρια
ο πλανήτης θα γίνει το πιο βαρετό μέρος να ζήσει κανείς
κι όλα αθόρυβα θα καταλήξουν στην πλήξη

Θα ’ναι ξημέρωμα όταν συναντηθούμε
απόγευμα μιας εποχής ενδιάμεσης ―
ούτε κρύο ούτε ζέστη
μόνο υγρασία
σαν αγάπη χωρίς παραδοχές
κι αισθήσεις

Κι αν έφευγα σήμερα γι’ αλλού
αν φοβόμουν περισσότερο απ’ όσο τολμώ
αν βιαστικά σμήνη πτηνών, βλαστοκύτταρα
μηχανισμοί αιμοποίησης μας εγκαταλείψουν

αν είναι άλλη χώρα η Ελλάδα την άνοιξη
πάντα στ’ αριστερά μας το κοιμητήριο
γεμάτο λευκό μάρμαρο εισαγωγής



iii.

Κάποτε δεν αντέχεται η καθημερινότητα.
Τα λόγια σας τακτοποιημένα
καθώς οι ζωές σας.

Ένας Μάιος θα μας δικαιώσει όλους.


[Δημοσιεύθηκε και στο ηλεκτρονικό περιοδικό poiein.gr]

Πριν βουλιάξουμε

Δεν μπορείς να λες ότι το κυανό είναι ανώτερο από το λευκό
Οδυσσέας Ελύτης, Τα Μικρά Έψιλον

Ξερολιθιές μες σ’ αγριόχορτα. Στο βάθος σύννεφα. Τότε που πιάνουν οι γρύλοι μαζί με τ’ άλλα ορθόπτερα το τραγούδι τους. Κάτι ακατανόητα τρι τρι που μόλις τ’ ακούς νιώθεις να ξεδιαλύνεται ο κόσμος. Τότε που απ’ τις ρεματιές ακούγονται αρσενικά κοτσύφια κι ο κούκος πριν το σούρουπο. Κι είναι φορές που ο καρδιακός μου παλμός έχει κάτι απ’ τα ημιορεινά της πατρίδας και το δέρμα μου μυρίζει Ελασσόνα.

Την αλφάβητο να πάρουμε απ’ την αρχή της υπαίθρου πριν βουλιάξουμε ξεμωραμένοι οριστικά.

Κατάγομαι από τόπους δύσκολους


i.

[κάτι από τον χρωστήρα του Εντγκάρ Ντεγκά]

Δεν έχω πολλά να πω
αρκετά μεγάλος πια να καταλάβω
το άδοξο
ορισμένων συναντήσεων

Σκέφτομαι την ομορφιά των κοιμητηρίων
τη φθορά των μαρμάρων
τη μυρωδιά σβησμένου καντηλιού
από δριμύ άνεμο

Κατάγομαι από τόπους δύσκολους ―
εδώ οι ευαισθησίες πληρώνονται ακριβά


***

ii.

Απομνημονεύματα Αδριανού
Έρωτας, αυτός ο δολοφόνος
λες “αγάπη μου” σαν “σκότωσέ με”
Στέκομαι διπλωμένος

Στο μυαλό μου
το τσίκι τσίκι του Ακριθάκη
τα χρώματά του
δικά μου χρώματα

Στο δέρμα τα λάθη μου


[Δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό enasynena.gr]

Ο λόγος που σωπαίνουμε

Το βράδυ γιορτάσαμε. Στρώσαμε τραπέζι
σερβίραμε λευκό κρασί και πράσινη σαλάτα
Αργότερα στον ύπνο μας ο Λάιος και η Ιοκάστη
και ’γω να συνευρίσκομαι με τον υιό, Οιδίποδα

***

Ο λόγος που μιλάμε είναι ίδιος με τον λόγο που σωπαίνουμε
Θόρυβος ο κόσμος ― στα χρώματα
κάποιου Jean-Auguste-Dominique Ingres
(μου φέρνουν γέλιο οι σκηνές του Gustave Moreau)

***
Ταιριάζω με όσα μου στέρησαν
Ό,τι μείνει όρθιο
θα έρθει κάποτε η στιγμή να γκρεμιστεί


[Δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό ΦΤΕΡΑ ΧΗΝΑΣ]