Νυχτερινές Απουσίες #33


Κάθε που νυχτώνει, τα αιλουροειδή της γειτονιάς επιδίδονται σε οδυνηρές ερωτικές συνευρέσεις. Θα μας φάνε, σκέφτομαι, μια μέρα ζωντανούς, μαζί και τους νευρωτικούς γατόφιλους της πόλης.

Οκτώβριος και αισθάνομαι σαν να μην έζησα διόλου καλοκαίρι. Να μας φυλάει ο θεός απ’ την ανοησία της ύπαρξης. Δεν είχα ποτέ υποψιαστεί πόση καταφρόνια μάς φύλαγε η πτώση.

Τριάντα τρία χρόνια ο εαυτός μου. Στο μεταίχμιο ωρίμανσης και ανωριμότητας. Δεν ξέρω πως μπορεί να είναι ένας ώριμος άντρας, ούτε συνάντησα ποτέ μου.

Τριάντα τρία χρόνια κατοχής. Χωρίς πατρίδα. Οι γάτες δεν έχουνε πατρίδα.


[Δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό ΘΡΑΚΑ]

6 Οκτωβρίου 1986


Νωρίς το μεσημέρι, ανήμερα των Ελευθερίων της Ελασσόνας. Η μάνα μόλις είχε αράξει με τον πατέρα στα τραπεζάκια της πλατείας, κάτω απ’ τη σκιά μιας φλαμουριάς για μεζέ και τσίπουρο, ως είθισται, μετά την παρέλαση.

Η κοιλιά της μάνας έφτανε στη μύτη, καθώς είχε μπει στο μήνα της. Συνήθιζε, παρά την εγκυμοσύνη, να πίνει κάθε τόσο κάνα τσιπουράκι. Το ’χουν συνήθειο στον τόπο μου.

Εκείνο το μεσημέρι, μεταξύ μπουκιάς ξαρμυρισμένου μπακαλιάρου σκορδιαλιά και δροσερής γουλιάς υπόλευκου τσίπουρου με γλυκάνισο από ντόπιο καζάνι, την βρήκαν οι πόνοι.

Στην πορεία προς το νοσοκομείο πήρε, λένε, μαζί της αντί για νερό ένα ποτήρι τσίπουρο. Κάτι ο πόνος, κάτι οι στροφές της Μελούνας, χύθηκε το μυρωδάτο οινόπνευμα κι έλουσε την κοιλιά της.

Ξημερώματα της άλλης μέρας, ήρθε στον κόσμο το δεύτερο παιδί της. Ένα μεγαλόσωμο αγόρι.

Τριάντα τρία χρόνια μετά, κοτζάμ άντρας, αδυνατώ να πιω τσίπουρο, λες κι απέκτησα από τότε μια κάποια δυσανεξία στ’ άρωμα και τη γεύση του.

Τί ντροπή, να ’χεις γεννηθεί μες στις καζανιές, σ’ έναν τόπο που μυρίζει απ’ άκρη σ’ άκρη τσίπουρο και να μην μπορείς να τ’ απολαύσεις.

Τριάντα τρία χρόνια μετά, η μάνα κι ο πατέρας τσούζουν ακόμα τα ποτηράκια τους κι εγώ αναπολώ τα φθινοπωράκια εκείνα στην Ελασσόνα, λίγο μετά την παρέλαση, που έτρεχα από ουζερί σε ουζερί να βρω τους γονείς μπας και βουτήξω λίγο ψωμάκι στο λαδάκι ενός αχνιστού καλομαγειρεμένου μεζέ.

[Θεσσαλονίκη, 6 Οκτωβρίου 2019]

Η γραφή έχει κάτι από θάνατο | Federico García Lorca


Μα τί να πω για την Ποίηση; Τί να σου πω γι’ αυτά τα σύννεφα, γι’ αυτό τον ουρανό. Να τα κοιτάζω, να τα κοιτάζω, να τα κοιτάζω και τίποτ’ άλλο. Καταλαβαίνεις πως ένας ποιητής δε μπορεί να πει τίποτα για την Ποίηση. Ας τ’ αφήσουμε αυτά στους κριτικούς και τους δασκάλους. Μα ούτε εσύ, ούτε εγώ, ούτε κανένας ποιητής δεν ξέρουμε τί είναι Ποίηση.

Είναι εκεί, κοίταξε! Έχω τη φωτιά μέσα στα χέρια μου, το ξέρω και δουλεύω μαζί της, μα δεν μπορώ να μιλήσω γι’ αυτήν χωρίς να κάνω φιλολογία. Καταλαβαίνω όλες τις ποιητικές τέχνες. Θα μπορούσα να μιλήσω γι’ αυτές, αν δεν άλλαζα γνώμη κάθε πέντε λεπτά. Δεν ξέρω. Ίσως μια μέρα ν’ αγαπήσω πολύ την κακή ποίηση, όπως αγαπώ σήμερα την κακή μουσική, παράφορα. Θα κάψω ένα βράδυ τον Παρθενώνα για ν’ αρχίσω να τον χτίζω το πρωί και να μην τον τελειώσω ποτέ.

Στις διαλέξεις μου μίλησα κάποτε για την Ποίηση, αλλά το μόνο για το οποίο δε μπορώ να μιλήσω είναι η ποίησή μου. Όχι γιατί δεν έχω συνείδηση του τί κάνω. Αντίθετα, αν είναι αλήθεια πως είμαι ποιητής από χάρη του Θεού –ή του δαίμονα– είναι εξίσου αλήθεια ότι είμαι ποιητής χάρη στην τεχνική και την προσπάθεια, και γιατί κατέχω απόλυτα του τί είναι ένα ποίημα.

***

Είναι καλύτερο ν’ ακούς την ποίηση παρά να τη διαβάζεις. Η ζωή θέλει να μείνει λέξη που ο άνθρωπος ακούει. Η γραφή έχει κάτι από θάνατο, αλλά η λέξη είναι ζωή. Αγαπώ τη ζωή κι έτσι αγαπώ και τη λέξη.



[αποσπάσματα επιστολών και συνεντεύξεων του Lorca 
σε επιμέλεια-μετάφραση Τάκη Βαρβιτσιώτη]

Dies Caniculariis


Οι υψηλές θερμοκρασίες της εποχής, η ισχυρή ηλιοφάνεια αλλά και ο άστατος καιρός που εναλλάσσει δυνατές καταιγίδες και δροσερά αιγαιοπελαγίτικα μελτέμια σχετίζονται άμεσα με τις Κυνάδες Ημέρες (dies caniculariis) που κορυφώνονται κατά τον μήνα Αύγουστο.

Πρώτοι οι πρόγονοί μας παρατήρησαν την ισχυρή επίδραση της ηλιακής ακτινοβολίας στη γήινη επιφάνεια, ιδίως μετά το Θερινό Ηλιοστασίο, όταν ο Άλφα του αστερισμού του Μεγάλου Κυνός, γνωστός ως Σείριος ή Θερινό Αστέρι, ανατέλλει ταυτόχρονα με τον δικό μας Ήλιο και παραμένει καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας δίπλα του.

Ο Σείριος αποτελεί το λαμπρότερο άστρο του νυχτερινού ουρανού κατά την χειμερινή τροπή και το δεύτερο φωτεινότερο σώμα στον ουράνιο θόλο μετά τον Ήλιο μας. Πρόκειται ουσιαστικά για σύστημα δύο (ή τριών;) φασματικών αστέρων σε απόσταση 8,6 ετών φωτός από τη Γη, με συνολική μάζα δύο φορές μεγαλύτερη και λάμψη 25 φορές ισχυρότερη από τον δικό μας Ήλιο. 

Η συνύπαρξη των δύο Ηλίων έχει ως αποτέλεσμα την κατακόρυφη αύξηση της ακτινοβολίας προς την γήινη επιφάνεια, γεγονός που έκανε τους Έλληνες να μιλούν από νωρίς για τα “Κυνικά Καύματα”, αφόρητους ημερήσιους καύσωνες που επιφέρουν σοβαρά δερματικά εγκαύματα. Μάλιστα, η αρχαία παράδοση θέλει μαζί με την ανατολή του Σειρίου να έρχονται κακοτυχίες, αδιαθεσίες και ασθένειες, συνοδεία υψηλών πυρετών.

Η Κυνάδες Ημέρες δεν συμπίπτουν τυχαία με το φαινόμενο του Θερινού Ηλιοστασίου και την εορτή του Ιωάννη του Προδρόμου, μιας και το σύνολο σχεδόν των κοσμικών φαινομένων μοιάζει να έχει διατηρηθεί στη λατρευτική παράδοση της Ορθοδοξίας. Φαίνεται ότι δεν απεικονίζεται τυχαία στο τέμπλο δίπλα από τον Ιησού και δεξιά της Ωραίας Πύλης ο φτερωτός Ιωάννης, καθώς οι δύο αυτοί αστέρες «ανατέλλουν» μαζί. Και ίσως δεν ενδύεται προβιά καμήλας, όπως συχνά λέγεται, αλλά προβιά κυνός, παραπέμποντας άμεσα στον Σείριο.

Ακόμα και η μνημόνευση σε κάθε γωνιά της χώρας πολυάριθμων ιαματικών αγίων κατά τους καλοκαιρινούς μήνες σχετίζεται με την επενέργεια των Κυνάδων Ημερών στη ζωή του πλανήτη. Με αφετηρία το Γενέθλιο του Ιωάννη του Προδρόμου και τη Σύναξη των Δώδεκα Αποστόλων (οι οποίοι ταυτίζονται με τους δώδεκα ζωδιακούς αστερισμούς), φτάνουμε στην εορτή των Αναργύρων Ιατρών Κοσμά και Δαμιανού και ένα μήνα μετά το Θερινό Ηλιοστάσιο στην εορτή του Προφήτη Ηλιού του Θεσβίτου, άμεση ταύτιση με τον Θεό Ήλιο του παρελθόντος.

Για να ακολουθήσει η μνήμη της Αγίας Παρασκευής, προστάτιδας των οφθαλμών, η οποία ταυτίζεται με την θερινή λατρεία της Θεάς Αφροδίτης (Venus-Veneris) κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας και βεβαίως, η μνήμη του Ιαματικού Παντελεήμονος, Αγίου που συχνά απεικονίζεται αγιογραφικά μαζί με τους Αναργύρους, Κοσμά και Δαμιανό.

Ο έλευση του Αυγούστου σηματοδοτεί την ολοκλήρωση ενός ακόμη θερινού κύκλου, με τις μεγάλες εορτές της Μεταμορφώσεως και της Κοιμήσεως της Παρθένου, ως την Αποτομή της Κεφαλής του Ιωάννη του Προδρόμου, λίγο πριν το τέλος του. Ένας θερινός κύκλος που ξεκινά και τελειώνει με κοσμικά φαινόμενα άμεσα συνδεδεμένα με την παράδοση του χθες και του σήμερα. Φαινόμενα που περιμένουν να τα ανιχνεύσουμε. 

Σαββάτο των ψυχών


Σώματα εκτεθειμένα στην κάψα του απογεύματος. Θυμάμαι νεαρό τουρίστα να περιπλανιέται ανυποψίαστος στο γρασίδι της Αρχαίας Αγοράς. Μυρωδιά ανθισμένου τίλιου.

Πήρα ν’ ανηφορίσω προς Προφήτη Ηλία κι από ’κει στους Δώδεκα Αποστόλους για τον εσπερινό. Παραταγμένα πιάτα με κόλλυβα, γυναίκες παλιές μ’ ένα χαρτί υπέρ αναπαύσεως στο χέρι με τα ονόματα των κεκοιμημένων. Ονόματα στη γενική. Σαν όλοι ν’ ανήκουν σε όλους. Ακόμα και το «μιμνήσκομαι» με γενική συντάσσεται. «Μνήσθητι Κύριε» σα να ’μαστε μόνο οι μνήμες μας. Σα να ’μαστε οι νεκροί μας.

Αργά το απόγευμα ένα άλλο σούρουπο. Θυμάμαι σιλουέτες ανθρώπων να χάνονται σ’ ένα γκρίζο ροζ πορτοκαλί που έφερε βροχή. Πάντων ων ουδείς εστίν ο μνημονεύων αυτούς. Και μύρισε γη και νοτισμένο χώμα. Μέχρι και η άσφαλτος ανέδιδε μυρωδιά σωμάτων. Όλα χαρισμένα στο τέλος.