Mε την πλάτη στο κενό

Αποκάλυψη ο φόβος των ανθρώπων, τα όρια – οι φυλακές – το σκοινί που μας δένει. Ο φόβος ο πρωταρχικός, το άνοστο της ύπαρξης σαν μελανιά σε σώμα πλανημένο από έρωτα.

Θα σας κοιτώ επίμονα στα μάτια. Να σκάψω με το βλέμμα μου το βλέμμα σας. Μην περισσέψει χρόνος για κανέναν. Κάποιο αναίτιο χαμόγελο – μόνο αυτό ίσως μας σώσει. Και το βέβαιο του θανάτου απ’ τον φόβο της σωτηρίας.

Μην περισσέψει χώρος για κανέναν. Μονάχα ο θάνατος λυτρώνει τη ζωή απ’ τον θάνατο. Όλοι πλάτη-πλάτη στριμωγμένοι σε μια γωνιά. Ακίνητος χειμώνας, αυτό το ανυποχώρητο που όλο πλησιάζει κι άθελά του ανοίγει δρόμους. Η εξουσία γονατιστή μπρος στον θεό της, λυτοί και δεμένοι με πλάτη στο κενό.

Μέσα από αιμορραγία ή κάτι ακαριαίο θα έρθει η αλήθεια. Ντυμένη μια αλλόκοτη ιστορία χωρίς τέλος. Τις νύχτες πιο πολύ φοβάμαι όσα ακούγονται για μαστροπείες και μοναχικούς συνομήλικους που έχασαν τον δρόμο τους.

[Δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό ΦΤΕΡΑ ΧΗΝΑΣ]

Νυχτερινές Απουσίες #26

Ο θάνατος ολάνοιχτος που ίσως
κι από μένα μέλλει να δεχτεί
το κομψότερο δέρμα.
Νίκος Καρούζος

Θα έρθει -μια μέρα- αναπόφευκτα, μπορεί και νύχτα. Μια καθημερινή μ’ ανθρώπους απασχολημένους με δουλειές και άγχη. Θα ‘ναι σαν ρίγος μαζί κι αδιαθεσία· και θα ‘ναι αργά για εξηγήσεις και άλλα περιττά.

Θα πλησιάσει ήσυχος και φιλικός, σαν αδέσποτο με τσακισμένα πόδια. Θ’ ανταλλάξουμε λίγες κουβέντες, κάποιο αδέξιο βλέμμα, μια αγκαλιά· και καθείς ξανά τον δρόμο του.

Όλα θα ‘χουν πληρωθεί. Έντομα σε στόματα εντόμων, φυτά στον ατέρμονο κύκλο ζωής και θανάτου, πουλιά στο αρχέγονο τραγούδι τους.

[Δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό ΘΡΑΚΑ]

Mεγάλη ανταρσία


Ξέρω ένα σταμνί στην Αίγινα
που θα φυλάξει την τελευταία σταγόνα της αιωνιότητας
όταν οι άνθρωποι δε θα ξέρουνε πια που να την βρουν

Ξέρω ένα κούτσουρο στη Θεσσαλία
που κρύβει τον πόλεμο των στοιχείων
και των αρχών μέσα στο χάος
όταν οι άνθρωποι δεν θα θυμούνται τον χαλασμό
που τους γέννησε από τα σκοτάδια

Ξέρω λίγα δέντρα κι ένα πρόσωπο
που κοιτάζουν το πλήρωμα της δημιουργίας
όσο μακραίνει από το χάος
τόσο να χάνει τους θεούς
όταν οι άνθρωποι δεν θα βλέπουν πια καθόλου

Ξέρω ένα κοχύλι που περιμένει τους νέους πολέμους
που θα σημάνουν τον γυρισμό της δημιουργίας
στα στοιχεία και τις αρχές
όταν οι άνθρωποι δεν θα φαντάζονται πια τίποτα

Ξέρω έναν άντρα και μια γυναίκα 
που θα γυρίσουνε στην αιωνιότητα

Ξέρω ένα βουνό στη μέση της αιώνιας θάλασσας ασάλευτο
που κρατάει σε κίνηση τον αχαλίνωτο κόσμο των φαινομένων
ώσπου να ξαναπαρουσιαστούνε
μια μέρα οι Προφήτες

Ξέρω μια γενιά ταμένη στη μεγάλη ανταρσία
που θέλει να τελειώνει με τα πνευματικά τερτίπια
και τις αντινομίες του κόσμου
για να ξαναπιάσει τη Μεγάλη Ενότητα
όταν οι άλλοι καταλάβουν
ότι κάτι φοβερό χάθηκε
για πάντα από τη ζωή τους
κάτι που κινδυνεύουν να μην το ξαναβρούνε ποτέ

Πως φτιάχνει κανείς την Μεγάλη Ενότητα;

[Ζήσιμος Λορεντζάτος, 
αποσπάσματα από το ποίημα Μικρά Σύρτις | 1955]

Τα ποιήματα στο δρόμο


Μ’ αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ’ τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια - όχι αυτά που κρέμονται στα δέντρα της γιορτής, στη θαλπωρή των δωματίων, αλλά εκείνα που τονίζουνε την ερημία των σφαχτών στις μωβ βιτρίνες των συνοικιακών κρεοπωλείων.

Τα σακατεμένα και τα μοναχικά, μ’ αρέσουν: τα ποιήματα-κοπρίτες που περπατούν κουτσαίνοντας στις σκοτεινές άκρες των λεωφόρων: αυτά που τ’ αγνοούν οι κριτικοί κι οι εκπαιδευτικοί του Μωραΐτη· που τα χτυπούν συχνά οι μεθυσμένοι οδηγοί και τα αφήνουν αβοήθητα στο δρόμο. Και τα ποιήματα-παιδάκια, όμως αγαπώ· αυτά που ενώ δεν έχουν μάθει ακόμη την αλφάβητο, μπορούν εντούτοις, με δυο λέξεις τους, να σου κολλήσουν την ψυχή στον τοίχο.

Μ’ αρέσουν, πάλι, τα απελπισμένα κι όμως χαμογελαστά: τα ποιήματα-συνένοχοι· εκείνα που σου κλείνουνε με νόημα το μάτι. Που δεν σου πιάνουν την κουβέντα, δεν σ’ απασχολούν μα συνεχίζουνε το δρόμο τους αδιάφορα: τα ποιήματα-«δεν πρόκειται να σου ζητήσω τίποτε»· αυτά που χαιρετούν μόνο και φεύγουν, όπως μ’ αρέσουνε και τ’ άλλα, τα χαρούμενα, που προτιμούνε τα παιχνίδια απ’ το μάθημα καθώς και τα ποιήματα-παππούδες, γιατί ενώ γνωρίζουνε καλά το μάταιο της ζωής εντούτοις θέλουν να το ζήσουν.

Δεν αγαπώ καθόλου τα ποιήματα-γεροντοκόρες που συγυρίζουν, όλη μέρα, τα δωμάτια με τις λέξεις, ούτε και τα ποιήματα-ταγιέρ, τα καθωσπρέπει. Δεν αντέχω και τα ψωνάκια: τα ποιήματα με τα πολλά αποσιωπητικά ούτε και τ’ άλλα που θεωρούν τη φύση μάνα τους κι όλο τη νοσταλγούν χωμένα πίσω απ’ τα γραφεία.

Σιχαίνομαι αυτά που ονομάζονται συμβολικά, τα ποιήματα με μήνυμα, τα λεξιλάγνα και τ’ αφασικά· τα ποιήματα-κυρίες με αλτσχάιμερ. Ούτε και τις συνθέσεις τις μεγάλες αγαπώ: τα ποιήματα-Μπεν Χουρ, αυτούς τους λεκτικούς χειμάρρους που ’ναι γραμμένοι κυρίως για τους κριτικούς κι ας παριστάνουν τους ινστρούχτορες που ενδιαφέρονται για το καλό του κόσμου.

Από την άλλη δεν μπορώ και τα διστακτικά: τα ποιήματα-σαντάλια με καλτσάκι, ούτε και τα ποιήματα-στρατιωτικό αμπέχονο και δήθεν Τσε Γκεβάρα, μεσημέρι στη «Λυκόβρυση».

Δεν μου αρέσουν τα σοφά που ’ναι γραμμένα από νέους, ούτε και τα νεανικά που τα ’χουν γράψει γέροι. Μου γυρίζουν τ’ άντερα τα δήθεν οικολογικά, τα ερωτικά-«καϊμάκι με πολύ σιρόπι» καθώς κι εκείνα που εκλιπαρούν τη γνώμη του αναγνώστη.

Ούτε και τα δικά μου αγαπώ. Μ’ αρέσουν μόνο εκείνα που μου αντιστάθηκαν: αυτά που δεν κατάφερα ποτέ να γράψω. Γι’ αυτό και τα ποιήματα που ζούνε έξω απ’ τα βιβλία αγαπώ: εκείνα που ποτέ δε νοιάστηκαν αν μου αρέσουν. Αυτά που περπατούν αδιάφορα, έξω στο δρόμο, με τα χέρια στις τσέπες και μ’ έχουνε, έτσι κι αλλιώς, χεσμένο.


[Νίκος Χουλιαράς, περ. Η Λέξη τ.147 | Σεπ-Οκτ 1998)

Νυχτερινές Απουσίες #25

Κάτι σαν άνοιξη, μέρες ηλιόλουστες μετά από ημικρανία. Πόνος στις ρίζες των δοντιών κι εκείνη η τόσο άγνωστη για το δέρμα μουσική. Οι φίλοι το σκηνικό της απουσίας μου – χάνονται, γνωρίζουν συντρόφους, ζευγαρώνουν.

Γένια πυκνά, μυρίζουν διάψευση. Μόνο όταν παρατηρώ τη φύση βλέπω. Ηδονίζομαι από περιγραφές ειδών ορνιθοπανίδας. Κελάηδημα, κυρίως ένας συνδυασμός από περίεργο έρρινο, μακρόσυρτο βόμβο και δυνατή οξεία νότα, με ομοιόμορφο μηχανικό ήχο «αα-ααααχπ», σαν παιδική τρομπέτα· μερικές φορές ακούγονται δύο τόνοι. Συχνά αρχίζει και τελειώνει με μερικές σύντομες καθαρές νότες.

Παγωμένο το δεξί μου χέρι. Κάτι πάντα να κρατώ. Οτιδήποτε χλιαρό ή ζεστό.
Ποτέ μόνο.

[Δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό ΘΡΑΚΑ]