Η γενιά

Εμείς, η γενιά της μερέντας, του σόρρυ,
του θενκς και του μαλάκα
είμαστε η γενιά των ερειπίων που άφησε η δική σας γενιά.
Της ημιμάθειας, της ψευτοκουλτούρας, της βιντεοκασέτας,
της ρεμούλας
και του ό,τι να ‘ναι.

Πολλοί από μας, σας ακολούθησαν. Κάποιοι από σας
αντιστέκονται ακόμη, έστω μάταια μεν, αλλά.
Εμείς η γενιά της μερέντας, των ναρκωτικών, των πάρτι
και των ψυχοτρόπων
είμαστε η γενιά των ποιητών που αυτοκτονούν βλέποντας μια
νύχτα να περνά κάτω απ’ τα βλέφαρά τους
ένα κίτρινο τρένο γεμάτο απ’ τους εφιάλτες τους,
ήμασταν απασχολημένοι να μαζεύουμε πετραδάκια στις
τσέπες των παλτών μας να φυλακίσουμε
τα ουτοπικά μας σύνδρομα.

Εσείς, η γενιά της κοκκινοσκουφίτσας, του παπουτσωμένου
γάτου και της Ραπουνζέλ,
εμείς της Πάμελα Άντερσον και της Βάνα Μπάρμπα.
Η γενιά που ατελείωτα μαλακίστηκε με της Βάνας
τη φάτσα,
να τι είμαστε:
Η γενιά που μαλακίστηκε ατελείωτα.


[Βαλάντης Βορδός, Η ηλικία της παραδοχής, εκδ. poema]

Σαν κατανόηση


Ό,τι μας αποδοκιμάζει
μόνο αυτό υπάρχει –
το χρώμα της Σελήνης
τα λόγια των ποιητών
η μοναξιά στο κάθε μας βήμα
Αυτός ο Αύγουστος ηρεμία
μες στην ταραχή
ανατριχίλα σαν κατανόηση
για ‘κείνο που πάντα ήμασταν
Ο Λέοναρντ Κοέν
ο θερμός αέρας του ανεμιστήρα
ο ήχος των αυτοκινήτων στην παλαιά εθνική
Η φιλοσοφία του μεσημεριού
σ’ ένα πιάτο φρέσκα φασολάκια
με λίγο ψωμί βουτηγμένο στο λάδι
Κάθε νύχτα ένας τόπος απόλαυσης
και μαρτυρίου
Κάθε νύχτα πιο κοντά στο μυστήριο
πιο κοντά στο αόριστο
Μακρύτερα απ’ όλους

[φωτογραφία: Marc Dubord]

Νυχτερινές Απουσίες #21

Τον Αύγουστο δεν υπάρχουν ειδήσεις
Umberto Eco

Ξημέρωμα στο Νημποριό. Βορειοανατολικός άνεμος. Κορμιά βυθισμένα στο ποτό φυγαδεύουν σε άσματα λαϊκά την αλήθεια. Κι εκείνο το σωματικό της ύπαρξης, σκηνικό απουσίας. Στερεύουν οι ειδήσεις τον Αύγουστο – τοπίο ελληνικό χωρίς το βάρος του χρόνου. Θόρυβος το απρόοπτο. Νιώθει τελικά κανείς μόνο ό,τι τον θλίβει.


[Δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό ΘΡΑΚΑ]

Κινήσεις στο χάος

Όπως ξυπνάς
και μπαίνει φως από παντού
πρωινό Κυριακής
όπως κλείνουν
οι κύκλοι
και τα στερεά ρευστοποιούνται
κι όπως δεν περιμένει
κανείς κάτι
απ’ τη ζωή
παρά εκείνη από εμάς –

Ποια νύχτα
και ποια πέλματα;
γουλιά καφέ
δροσερό αεράκι
αυταπάτες θ’ αντικαθιστούν
σταδιακά
την πραγματικότητα

Η φωνή της Βίκυς
κινήσεις στο χάος
γειτονιές ξεθυμασμένες
άγνωστοι
μέσα σ’ αγνώστους

Ό,τι σε κάνει ν’ αναρωτιέσαι
η πρωταρχική σου άγνοια –
Πάει να πει τρέμουλο
επιληψία
Πάει να πει θάλασσα διασταυρωμένη
με δρόμους και άλση

Ό,τι συμβαίνει
θυμίζει όνειρο

[Δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό ΦΤΕΡΑ ΧΗΝΑΣ]

Εκδυόμαστε σώματα


στον Βαλάντη

Αν έλεγα ποτέ τον πόνο
λύτρωση
την αγάπη φυλακή
αν τούτο ‘δω που ζω
δεν είναι παρά ύστατη μορφή
επαγρύπνησης

Αν η τελευταία φωτογραφία
δεν είχε εσένα
περιεχόμενο
αλλά έναν έρωτα
πριν τα τριάντα

Αν πάλι τα μάτια μου
κλεισμένα σε γυάλα
και τα δάχτυλα ακίνητα
αφήνουν αιωνίως
ό,τι κάποτε κράτησαν

Ακόμα κι οι εποχές
αν δεν θύμιζαν
απρόσεχτο έφηβο
και μια σκιά εμφανίζονταν
πάντα αντί για ‘μενα
στον καθρέφτη

ή αν στις μέσα σελίδες εφημερίδας
περιμένει ακόμα
η είδηση
που θα σε συνταράξει

πώς τότε
εκδυόμαστε σώματα
πώς τραυματίζουμε χωρίς πόνο
το ανέφικτο –

Η λεωφόρος σαν επάγγελμα
και το μακρύ όργανο της εξουσίας
μπλεγμένο
στους αστραγάλους μας

[φωτογραφία: Tami Bahat]