Σημειώσεις Ιουλίου


Ημέρες καύσωνα. Το διαμέρισμα ζεστό σαν κολαστήριο. Η πόλη λιώνει από βρομιά και πλήξη. Σταχτάρες κραυγάζουν και πετούν με ταχύτητα ανάμεσα από τις οικοδομές.

Βγαίνω στο μπαλκόνι. Πουθενά δεν αναπαύομαι. Ο χρόνος ανελέητος, όπως κάθε τι ανθρώπινο. Βιώνω το βάρος μιας ηλικίας καταραμένης.

Οι θόρυβοι εντείνονται τα καλοκαίρια. Άνθρωποι ανάστατοι, σπανίως ησυχάζουν. Αντιπαραβάλλω τη ζωή μου με τις ζωές τους. Έχω μεταμορφωθεί. Σχεδόν δεν με αναγνωρίζω. Ως και τα άνθη χάνουν τον Ιούλιο το άρωμά τους.

Καφές με δεκαοχτούρες και σπουργίτια. Αποσυντίθεμαι. Στο δωμάτιο μια αράχνη μετεωρίζεται. Ο νεαρός της απέναντι οικοδομής έβαλε κιλά. Ζει μόνος, ενίοτε με μια γυναίκα κι ένα αρσενικό σκυλί. Συχνά, τον βλέπω να χαμογελάει.

Συνθήκες τεχνητού κλιματισμού. Μόνο το στόμα σου κρατά ακόμα την κατάλληλη θερμοκρασία και υγρασία. Όλα τα υπόλοιπα άψυχα, άρρωστα, χωρίς περιεχόμενο.