Αχαριστία

Κρύο βράδυ ελληνικής επαρχίας. Πίσω από το μικρό γραφειάκι, παγωμένα ακροδάχτυλα και ζακέτα στους ώμους. Δίπλα μου, δύο σκουρόχρωμα σκυλίσια μάτια διεκδικούν την βόλτα τους. Δεν ανταποκρίνομαι και κουλουριάζονται ράθυμα στο χαλί τους. Σ’ ένα κομμάτι χαρτί τραβώ βιαστικά μια γραμμή. Σαν πάτος. Σαν όριο. Σαν ως εδώ και μη παρέκει. Κοιτώ να σβήνει λίγο πριν αγγίξει το γραφείο. Στο μεταίχμιο ξύλου-χαρτιού.

Φοράω μπουφάν, γάντια, κασκόλ. Μ’ ένα νεύμα, ο σκύλος στα τέσσερα. Κουνά την ουρά, αδημονεί. Από το σπίτι στο δρόμο. Κρύος αέρας και μυρωδιά αιθάλης. Στα μπαλκόνια φουσκωτοί Αηβασίλιδες και τρεμοπαίζοντα λαμπιόνια. Μπροστά ο σκύλος, πίσω εγώ. Γυρίζει κάθε τόσο να με δει. Να πάρει την επιβεβαίωση της παρουσίας, της ανταπόκρισης, του είμαι δίπλα σου. Σε λίγες ώρες ο χρόνος αλλάζει. Μόνος γι’ απόψε προορισμός ένα παγκάκι στο σκοτάδι του πάρκου.

Φέρνω τα χέρια στην καρδιά. Κάτω απ’ την παλάμη ο ίδιος μονότονος παλμός. Μην είσαι αχάριστος, γαμώτο. Να λες και ‘κάνα ευχαριστώ. Στον εαυτό σου, στους γύρω σου, στα γυμνά δέντρα της γειτονιάς σου, στον σκύλο που σε ανέχεται. Δεν είναι λίγο ν’ αναπνέεις. Δεν είναι ασήμαντο να αισθάνεσαι μέσα σε τόση αναισθησία. Μάθε να συμφιλιώνεσαι με τη μοναξιά και ανταπέδωσε τις βόλτες που κάποτε σου χάρισαν. Βρες τρόπο να δολοφονήσεις μεθοδευμένα το τέρας της αχαριστίας και σήκω πρωί ανήμερα 1ης Γενάρη, με μια κούπα καφέ και ένα σκυλί στα πόδια, αναλογιζόμενος όχι μόνο τί σου ‘χει προσφέρει αυτός ο κόσμος, αλλά τί του ‘χεις προσφέρει κι εσύ…


[Δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό ΛΥΚΟS
τ. 53 | σελ.7]