Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χειμώνας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χειμώνας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Oλομόναχος


Oλομόναχος

τίποτα δεν είχε μείνει
μόνο νεκρά πουλιά
και λίγα σύννεφα

φεύγουμε αναμάρτητοι —
δεν πατούν τα πέλματα
στο έδαφος
καραδοκεί το σκοτάδι
στο βάθος λιγοστό φως

σκαλίζω τη στάχτη
ανάμεσά σας
ολομόναχος

~

Κανείς να με λυπηθεί

όταν κρυώνω
ο χρόνος λιγοστεύει

τα άκρα μου 
δέντρα φυλλοβόλα

οι ρίζες
απλώνουν στο άγνωστο

παραμελημένος από θεούς
κι ανθρώπους

κανείς να με λυπηθεί

ακόμα και οι αγάπες μου
ανάλγητες
δίχως οίκτο

όταν κρυώνω
παύουν οι χυμοί
στα σπλάχνα μου

αναζητώ θερμότερα κλίματα
μήπως ανανήψω

ποιος μπόρεσε
να γεννηθεί
μες στον χειμώνα;


[Φιλοξενήθηκαν στο ηλεκτρονικό περιοδικό poiein.gr]

Με μάτια κλειστά


ξέρω δυο αμυγδαλιές
η μία Κλεάνθους με Κωνσταντινουπόλεως
ανθίζει πρώτη

η άλλη θέριεψε
ανάμεσα από οικοδομές 
στο πάρκο της οδού Μαντινείας

απ’ το μπαλκονάκι της κουζίνας
κάθε που βγαίνω για τσιγάρο
διακρίνω τους ανθούς της

σήμερα βγήκα δίχως να καπνίσω –
χιόνιζε

τ’ ανθάκια
γίναν ένα με τις ψιλές νιφάδες

κι όσοι περνούν
πλησιάζουν τα κλαδιά
κατεβάζουν για λίγο τη μάσκα 
να νιώσουν τ’ άρωμά της

με μάτια κλειστά

Δύο ποιήματα


Ι.

Πήλινο ειδώλιο φτερωτού Έρωτα
από τη γη της Μακεδονίας –
ηδονή σκεπασμένη με χώμα
και υγρασία

από τους έρωτες 
θυμάμαι μόνο τη μυρωδιά τους

από τη σάρκα
μόνο τη θέρμη της

όλα τα κορμιά στο τέλος 
υπήρξαν ένα κορμί

κάποτε πιάνει βροχή
οι σταγόνες καταποντίζουν τα λάθη μου

καιροσκοπώ –
δεν μένει χρόνος για ελπίδες



ΙΙ.

η φωνή μιας παπαδίτσας
στις ακακίες –

το αίθριο σκηνικό της Δευτέρας
σαν προετοιμασία
για όσα θα έρθουν
ή θα χαθούν

***

δροσιά απ’ τις ρεματιές του Ολύμπου –
τις νύχτες απλώνει πάντα
η έρημος

***

οι αμυγδαλιές πήραν ν’ ανθίσουν
στα ημιορεινά της πατρίδας

μικρό χρυσάνθεμο στην παλάμη μου
και μια καληνύχτα
πριν χαρίσουμε άλλη μια μέρα
στον θάνατο

***

δεν είναι η έλλειψη
και η επάρκεια
ούτε το ευτελές θεμέλιο του καιρού

είναι μια ανοιχτή πληγή
ζεστή κι ανόρεχτη 
που δεν γεμίζει

παρά μόνο αδειάζει 
απ’ το κόκκινο περιεχόμενο


[Φιλοξενήθηκαν στη λογοτεχνική σελίδα: poiein.gr | 
εικόνα: «Κοιμώμενος Έρως», πήλινο ειδώλιο κοιμώμενου Έρωτα, 
βρέθηκε στα ανατολικά της νεκρόπολης της Πέλλας 
σε κιβωτιόσχημο τάφο (πιθανόν παιδιού), τέλη 4ου αι. π.Χ. | 
Νέο Αρχαιολογικό Μουσείο Πέλλας (ΒΕ 1979/1318)]

Απολογισμός


Γενάρης. Οι Κυριακές θυμίζουν περιγραφές από τη Ναυτία του Σαρτρ. Τα κείμενά μου ημιτελή, σα να χρειάζονται περισσότερο θάνατο για να υπάρξουν. Όσο πονάει η ομορφιά, πονάει κι η ασχήμια. Μόνο στη φθορά υπάρχω. 

Φλεβάρης. Κρατώ σημειώσεις να θυμάμαι τη γεύση ενός πρόχειρου γεύματος, την πίκρα ζεστού καφέ σε χάρτινο ποτήρι. Δεν είναι θνητότητα∙ πληρότητα θανάτου είναι. Κάποιες ηλιόλουστες ημέρες τις αισθάνομαι άδειες, καθόλου φιλόξενες. 

Μάρτης. Παρομοιάζω τις μέρες με αδέσποτους σκύλους ή με άστατα καιρικά φαινόμενα. Υποφέρω κάποτε ανάμεσα σε ανθρώπους. Σῶσόν με ἐκ στόματος λέοντος καὶ ἀπὸ κεράτων μονοκερώτων τὴν ταπείνωσίν μου. Ξημέρωμα στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Το πιο συχνά, λησμονούμε. Έπειτα, χανόμαστε.

Απρίλης. Μεγαλοβδόμαδα στην πατρίδα. Μία κίνηση ν’ ακινητήσω κάπως τον χρόνο. Είναι μέρες που δεν υπάρχω διόλου. Όλα συμβαίνουν εν αγνοία μας. Υποδυόμαστε μέχρις εσχάτων. Φταίει που ζήσαμε και ζούμε και αύριο πεθαίνουμε.

Μάης. Να σώσουμε τον μόνο τρόπο που μπορεί κανείς να βλέπει. Να μείνει βλέμμα χωρίς άνθρωπο. Τα μπουρδέλα της οδού Βύρωνος κλειστά. Σε κάθε πόρτα ένα ενοικιάζεται. Η παρακμή μιας χώρας φαίνεται πρωτίστως απ’ τα κλειστά της μπουρδέλα. 

Ιούνης. Ολόκληρη η ύπαρξη, μια επιβεβαίωση. Οι θεωρίες δεν επαρκούν για να εξηγήσουν τη σφαγή του καιρού. Υπάρχει μια συνθήκη όπου όταν βιώνεις την ύπαρξη είσαι περισσότερο υδρόβιο φυτό παρά άνθρωπος. 

Ιούλης. Δεν μιλώ γι’ ανθρώπους. Μιλώ για όραση, γεύση, ακοή. Στο βάθος τ’ Άγραφα και αδιάφορα νέφη. Τα καλοκαίρια καθορίζουν το τέλος μας. Η ποίηση του σήμερα συντηρεί μονάχα πτώματα.

Αύγουστος. Παραμονή Μεταμορφώσεως. Συνοδεύω τις λέξεις στην ύπαιθρο. Η γεωγραφία των οσμών. Ο τρόπος που κοιτώ είναι ο τρόπος να υπάρχω. Έρχεται μια στιγμή τόσο δεδομένη και ακέραιη που οι άνθρωποι τρομάζουν.

Σεπτέμβρης. Η πόλη από ψηλά, ένα τίποτα που απλώνει. Ο μέσα μου ανυπότακτος βγάζει δόντια, κλωτσά. Ο ύπνος έρχεται για να μας βασανίσει. Πώς χώρεσαν κάποτε μέσα μας τόσοι άνθρωποι;

Οκτώβρης. Όλα έχουν διαπραχθεί. Περισσότερο προσπαθώ να περιγράψω, παρά να ερμηνεύσω τον κόσμο. Καταγγέλλω το ανηδονικό του βίου. Ο θεός να μας φυλάει απ’ την ανοησία της ύπαρξης. Ποίηση θα πει να πεθαίνεις και να πεθαίνουν όλοι.

Νοέμβρης. Ο Βαρδάρης δεν είναι άνεμος. Είναι απάντηση. Ο τόπος υποβάλλει τρόπο. Από μια ανοιχτή στο στήθος πληγή μπαινοβγαίνει το μέλλον μου. Όσο αδιαφορείς για τη ζωή, τόσο εκείνη χαρίζεται απλόχερα. 

Δεκέμβρης. Βρέχει σαν να μην υπάρχει αύριο. Κάποτε ο πρωτογονισμός θα ταυτιστεί με την καλλιέργεια. Όσα συμβαίνουν αποσκοπούν στη βύθιση. Ποτέ δεν αστόχησα τόσο όσο ένα πρωινό του Δεκέμβρη με υγρασία και ήλιο λιποβαρή.

Κατά μήκος του ουράνιου ισημερινού


Αν βοηθούν ο τόπος και οι συνθήκες, αξίζει να σηκώσουμε το βλέμμα στον βραδινό ουρανό, αναζητώντας τον αστερισμό του Ωρίωνα κατά μήκος του ουράνιου ισημερινού.

Στο μέσο του αστερισμού τρεις αστέρες δευτέρου μεγέθους, ο Μιντάκα, ο Αλνιλάμ και ο Αλνιτάκ, σχηματίζουν την περίφημη «Ζώνη του Ωρίωνα». Οι αστέρες αυτοί είναι γνωστοί και με τα ονόματα «Πήχυς», «Τελαμών», «Τρεις Βασιλείς» αλλά και… «Τρεις Μάγοι».

Επεκτείνοντας τη γραμμή της Ζώνης προς τα ανατολικά, εντοπίζουμε τον φωτεινότερο απλανή αστέρα του νυχτερινού ουρανού, το α του αστερισμού του Μεγάλου Κυνός, τον διάσημο Σείριο.

Ένας αστέρας 25 φορές φωτεινότερος και με διπλάσια μάζα από το δικό μας Ήλιο, βρίσκεται 8,6 έτη φωτός από τον πλανήτη μας και θα παραμείνει το λαμπρότερο αστέρι του γήινου στερεώματος για τα επόμενα 210.000 χρόνια.

Η εσωτερική μυητική παράδοση θέλει τους τρεις αστέρες της Ζώνης του Ωρίωνα να αντιστοιχούν στους τρεις εξ Ανατολών Μάγους, τον Μέλχιορ, τον Γκασπάρ και τον Βαλτάσαρ, που ακολουθούν τον Σείριο προς αναζήτηση του τόπου όπου ενσαρκώθηκε ο Θεάνθρωπος.

Παρόλο που οι αφηγήσεις αναφέρονται κυρίως στους τρεις Μάγους, ελάχιστα γνωρίζουμε για τον τέταρτο Μάγο, τον Αρτάβανο από τα Εκβάτανα της Μηδίας, που αποφάσισε να μην ακολουθήσει τους άλλους τρεις, προς αναζήτηση μιας δικής του ατραπού που τον οδήγησε αργότερα σε βαθύτερα μυστήρια.

Μπορεί τα λαμπιόνια, τα στολίδια και τα πολύχρωμα αστέρια της εορταστικής διακόσμησης να προσομοιώνουν την θαυμάσια αρμονία του στερεώματος, η αλήθεια όμως της ανθρώπινης σοφίας έχει τις ρίζες της ψηλά, στα φωτεινά σημεία του βραδινού ουρανού.

Νυχτερινές Απουσίες #32


Απρίλιος και Μεγαλοβδομάδα. Στο τραπέζι ψίχουλα κι ένα ποτήρι αγριολούλουδα απ’ την εκδρομή της Κυριακής. 

Στον κισσό του ακάλυπτου φωλιάζουν μικρόσωμα πουλιά. Μια δίχρωμη γάτα γλείφει επίμονα τη γούνα της. Άνδρας τσαπίζει το νωπό χώμα. Στα δάχτυλα σταγόνες από νερό και μέλι. Στιγμές που ξεχνώ ονόματα και φυσιογνωμίες. 

Όσο έχω ακόμα σώμα, ένα κρεβάτι να πλαγιάζω, μια κούπα καφέ, μια μητέρα που γερνά. Όσο μπορώ μες στον χαλασμό. Όσο μπορώ, πριν γίνει στάχτη το δέρμα, πριν χαθούν δόντια και φίλοι. Πριν την στιγμή που με δυσκολία θα μ’ αναγνωρίζω.

Στις ρεματιές της πατρίδας κότσυφες, δεκαοχτούρες και σπίνοι. Κίτρινα άνθη μέσα απ’ το πράσινο. Στον Όλυμπο έπεσε φρέσκο χιόνι. Τα φαινόμενα θυμίζουν χειμώνα. 


[Δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό ΘΡΑΚΑ]

Όταν πεθάνω δεν θα τ’ ακούσεις | Μάρκος Μέσκος


Τον συναντούσα διασταύρωση Αλεξάνδρου Σβώλου με Ιπποδρομίου. Εγώ στο ποδήλατο, εκείνος με τα ψώνια της ημέρας. Ή πρωινά σε καφέ της Γούναρη. Τα παρακάτω απανθίσματα προέρχονται από τις συλλογές: Πριν από τον θάνατο (1958), Τα ανώνυμα (1971), Άλογα στον ιππόδρομο (1973), Τα ισόβια ποιήματα (1977). Η εικόνα είναι έγχρωμο ζωγραφικό έργο του ποιητή.

~

Σιωπή. Έστω, η τύχη να υπάρχουμε.
(...)
Αλλά να μην γίνουμε λόγια. Καθώς η βαρβαρότητα της εποχής σιδερώνει με τα πέλματά της την αθωότητά μας.

[Υποκείμενη Αναφορά]

~

Ανθρώπινο

Ευχαριστώ τη μάνα μου
που μ’ άνοιξεν ένα παράθυρο:
να εκστασιάζομαι μπροστά στην αυγή,
να θλίβομαι μπροστά στη δύση…

~

Μικρή ευτυχία

Είναι μια μικρή ευτυχία που ζω∙
στα χέρια μου κρατάω το άσπρο ρίγος της ζωής
στα χέρια μου κρατάω το μαύρο ρίγος του θανάτου,
τα χρόνια μου περνούν κι ανθίζουμε όπως τα τριαντάφυλλα την άνοιξη
μαδιούνται το χινόπωρο,
αγαπάω τον κόσμο, πονάω για τον κόσμο,
σκέφτομαι και λέω ζωή είναι αγάπη,
σκέφτομαι και λέω θάνατος είναι αγάπη,
δακρύζω από χαρά όταν πυρπολεί τα δέντρα
                το ερωτιάρικο αηδόνι,
δακρύζω από τη λύπη που σταμάτησε
                στη ράχη του χελιδονιού,
χαίρομαι την αυγή, θλίβομαι τη δύση…

Είναι μια μικρή ευτυχία που ζω∙
και που πεθαίνω.

Νυχτερινές Απουσίες #30

Απόκρυφα παράθυρα, θολά από υγρασία. Στα δόντια μου αντικείμενα άλλων. Ούτε φιλί ούτε κουβέντα. Τελειώνω στο στόμα σου.

Απ’ το ξεδίπλωμα του εαυτού ένα τίποτα καραδοκεί και μου φιλάει τα χέρια. Ποτέ μισή η δική μου ντροπή. Ή ολόκληρη ή καθόλου. Κι όλα συμβαίνουν απρόσμενα.

Αυτοτραυματίζομαι. Δεν υπερβάλλω. Βλέπω από το βάθος του ύψους, διακατέχομαι από οράματα εντόμων που επιβιώνουν τρομαγμένα σε γωνίες.

Οδός Κασσάνδρου. Δύσκολα ξεχνιέται το γαλάζιο της ημέρας. Πρόωρες αλκυονίδες, χειμώνας λόου προφάιλ ― λες και βαριέται ν’ ανασάνει.

Το παράδοξο με ό,τι συμβαίνει είναι ότι έχει συμβεί ξανά. Και πάντα τα ίδια μάτια, τα ίδια αυτιά ν’ αφουγκράζονται το τέλμα.

Δεν θα τολμήσει κανείς να επιστρέψει. Ώσπου κάποιος επιστρέφει και μοιάζει η επιστροφή με φτώχεια.


[Δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό ΘΡΑΚΑ]

Απολογισμός


Γενάρης, ορεινή Ελασσόνα. Να τρέξουμε, να προλάβουμε τον ήλιο πριν χαθεί. Κατερχόμαστε ζώντες, ανερχόμαστε γυμνοί.

Ο Φλεβάρης μυρίζει φρέσκα εσπεριδοειδή. Αναρωτιέμαι αν υπάρχει κάτι άλλο πέρα από την ποίηση της ήττας. Ρέμπελος, σχεδόν ημίτρελος. Καταφύγιο στον Βουδισμό. 

Μάρτης. Τα γραπτά του Κορνήλιου Αγρίππα στο αίμα μου. Πορεία αντιεξουσιαστών στο κέντρο της πόλης. Ένα μεγαλειώδες τίποτα μας κρατά στη ζωή.

Απρίλης. Εποχή ατολμίας. Όλα είναι δάχτυλα. Το έρχομαι δεν υπάρχει.

Μάης στην Χαλκιδική. Εκκολάπτει ύπνο μέσα του ο κόσμος. Λυπάμαι που δεν έχω τα χέρια σου. 

Ιούνης. Πρώιμο καλοκαίρι στη Θράκη. Όταν βρέχει και μυρίζουν ανθισμένες φλαμουριές, λείπεις.

Ιούλης. Καύσωνας. Απ’ το Καραμπουρνάκι στην πρωτεύουσα. Το Χαμένο Κέντρο του Ζήσιμου Λορεντζάτου.

Αύγουστος. Μια συμφωνία του Μάλερ ή ένας στίχος ελάσσονος ποιητή, έχουν να πουν περισσότερα για τη ζωή από την ίδια τη ζωή.

Σιωπηλά μπάνια του Σεπτέμβρη. Όστρακα πάνω στην υγρή πετσέτα. Κηλίδα στον Σαρωνικό. 

Οκτώβρης. Δεν μου ’μεινε ίχνος εαυτού. Η τυφλότητα του σκύλου, δική μας τυφλότητα.

Νοέμβρης. Επιστροφή στη Θήβα ή τη Σαμαρκάνδη. Ψιλή σαν ψίθυρος βροχή. Νεροποντές και λασπόνερα. Ερχόμαστε από την υγρασία.

Δεκέμβρης. Μέρες σαν πονοκέφαλος. Η γαμημένη μας τρέλα. Ξημέρωμα στη Λάρισα. Η πόλη ένα ζώο μαζεμένο στη γωνιά του.

Νυχτερινές Απουσίες #28

Τί δουλειά έχω εγώ με ωραίους χειμώνες;
Φρ. Νίτσε

Το ένα βουνό εφάπτεται στο άλλο. Ο ήλιος μου ζεσταίνει την πλάτη. Βότσαλα αναστατώνουν το τρυφερό των πελμάτων μου. Ορισμένοι πόνοι δεν είναι παρά αφορμή να δεις απ’ την επιφάνεια στο μέσα. Όταν εξορμείς στο Αιγαίο δεν γνωρίζεις άλλον τρόπο παρά εκείνον του εξαγνισμού. 

Κρινόμαστε από όσα ζήσαμε κι είναι σαν ποτέ μην τα ’χουμε ζήσει. Και πως θα μπορούσε να ’ναι για πάντα καλοκαίρι όταν βιάζεται κανείς ν’ αποκαλύψει τα σχέδιά του. Ή συχνά δεν υπάρχει άλλος τρόπος από την εγκατάλειψη.


[Δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό ΘΡΑΚΑ]

Παραμεθόριος


έτσι μοιάζουν τα πρόσωπα που έχουν πολλή ψυχή
βουρκωμένα
Γιώργος Χειμωνάς

ο Ρενουάρ στη Θράκη
λίγα χιλιόμετρα απ’ τα ελληνοβουλγαρικά
άντρας μεσαίου αναστήματος με σκουρόχρωμα μάτια
και αραιά μαλλιά
παραδομένος πριν παραδοθεί
στον ύπνο
ασυνάρτητες αβροφροσύνες
δρόμοι ύστερης εφηβείας
και βάρος –
όλο το βάρος της ύπαρξης
στην πλάτη του

χειμώνας στην παραμεθόριο
σχεδόν δεκαετία –
σ’ αυτόν τον τόπο κρατάς
ό,τι δεν σου χρειάζεται 
λαϊκές ορχήστρες λαϊκές κουζίνες
λαϊκές κουβέντες
μια κουβέντα μόνο να πεις
μόνο

ότι υπήρξες

Να φάμε μέλλον, να χορτάσουμε

Όλα όσα πρέπει να ειπωθούν έχουν ήδη ειπωθεί,
αλλά μιας και κανένας δεν ακούει, πρέπει να γυρίζουμε συνεχώς πίσω
και να τα λέμε όλα ξανά από την αρχή
André Gide

Γιατί με κιτς ενεργοβόρα φωτάκια, κακόγουστα στολίδια, άθλιες κατασκευές σε πεζοδρόμους και πλατείες και ακριβοπληρωμένες συναυλίες ξεχασμένων άφωνων του παρελθόντος δεν στήνονται εορταστικά σκηνικά. Γιατί η ψευδαίσθηση της «χριστουγεννιάτικης» βιτρίνας, το σόπιν’ θέραπι της άχρηστης υπερκατανάλωσης, τα δυτικοφερμένα αγγλοτράγουδα και η μόνιμη επωδός «να ξεσκάσει μωρέ ο κόσμος, να χαρεί, να γελάσει λίγο το χειλάκι του» δεν υπήρξαν ποτέ στοιχεία ανόδου του συλλογικού δείκτη ευτυχίας. Θλιβερές αποφάσεις δήμων και εμπορικών συλλόγων στο βωμό της ευκαιριακής μόστρας και της πετυχημένης (απορώ ακόμα) συνταγής του θεαθήναι. Ένα κάλπικο περιτύλιγμα αρκετών τώρα δεκαετιών που αποκρύπτει (αν αποκρύπτει) ευκαιριακά για λίγες μόλις μέρες την μέσα μας θλίψη, την παρακμή, τα κοινωνικά αδιέξοδα, το τέρας της ανεργίας, το ακόμα μεγαλύτερο τέρας της μοναξιάς, της απόγνωσης, της φτώχειας, της εγκατάλειψης. Μια κακοστημένη αυταπάτη που σβήνει σοκαριστικά μόλις σβήσουν τα φωτάκια της και ξεχαρβαλωθούν σιδερένια σκηνικά, δεντράκια κι αγγελάκια. Πριν χρόνια, μύριζαν αλλιώς αυτές οι μέρες. Τώρα, η λέξη “παράδοση” μια αιμόφυρτη πόρνη που δεν μας συγκινεί πεταμένη στο κακόφημο πεζοδρόμιο του μέλλοντος. Άλλωστε, το κάναμε και σύνθημα: όχι πια παρελθόν, μόνο μέλλον. Να φάμε μέλλον, να χορτάσουμε. Κι ας κρύβει ακόμα αυτός ο τόπος στα σπλάχνα του λίγη από την αξιοπρεπή και λιτή αυθεντικότητα του παρελθόντος. Κάποια ψήγματα κατάνυξης μακριά από τα φωταγωγημένα πανηγύρια των πολλών.

Το τίποτα ως κατάκτηση

παίρνεις απόσταση τις νύχτες
μυρίζεις όμορφα
κάτω απ’ το ζεστό μπουφάν
κι εγώ ν’ αντέχω
θερμοκρασίες υπό το μηδέν
σε μια στενή γωνιά
του κόσμου

οσμίζομαι θάνατο
χαλασμένους παλμούς
την ήττα κάθε ποιητή
αιμόφυρτη στους δρόμους

να ηρεμήσω ήθελα στο κορμί σου
οράματα ήθελα
και ξένους τόπους
γιατί είναι σκληρή η ζωή εδώ
κανείς δεν ευτυχεί

καταλαβαίνεις;
κατάντησα ο εαυτός μου
το τίποτα
ως κατάκτηση

[Δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό ΦΤΕΡΑ ΧΗΝΑΣ]

Νυχτερινές Απουσίες #15

Η διήθηση, που δεν την αντιλαμβάνεται άλλος κανείς,
αυτή έχει σημασία
Οδυσσέας Ελύτης

Νοέμβρης σαν άνοιξη – αλλόκοτος κι εσύ κι εγώ μ’ έναν καιρό στα μέτρα μας. Το άγευστο σαρκίο της καθημερινότητας με καθαρό πουκάμισο και γυρισμένα μανίκια. Κάτι σαν σπουδαγμένος τεχνοκράτης με γλαρωμένα μάτια που χάσκουν το κενό. Κανονικά όλα θα ’πρεπε να ’ναι στο χέρι μας. Αλλά πού τέτοια τύχη. Δεν είναι θέμα εγωισμού, λοιπόν, οι νυχτερινές κρίσεις, οι ταχυπαλμίες, η υπνική αποστέρηση δεκαετιών. Τυλιγμένος στη ζεστή κουβέρτα του επερχόμενου ολέθρου, ασπάζομαι στα σκοτεινά μία μία τις αυταπάτες μου μη τυχόν κι αποκοιμηθούν χωρίς φιλί.


[Δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό ΘΡΑΚΑ]

Νυχτερινές Απουσίες #10

…μια κι είναι χειμωνιάτικη
η περισσότερη ζωή
Κική Δημουλά

Θα ‘χει ηλιοφάνεια, καιρό καλό για βόλτα – με κόκκινη ζακέτα και μήλο στην τσάντα για την πείνα. Θα φεύγω σαν παιδί που αγωνιά για το μέλλον του. Σήμερα αεροπλάνα και θόρυβος απ’ το πρωί. Σήμερα το άπλωμα των βημάτων μου στα πολυκαιρισμένα πεζοδρόμια. Σήμερα μαθητές, άνεργοι και απολυμένοι στο μετερίζι της άνοιξης. Θα δω ένα-ένα τα πρόσωπα των ανθρώπων – όσοι μου κάνουν και δεν μου κάνουν. Οι σκέψεις μου δεν βοηθούν. Οι λέξεις μου λάφυρα από αντίξοες μάχες. Σα να υπερβάλω. Σα να τρελαίνομαι. Σα να ζητώ έναν τρόπο ν’ αντιπαλέψω την άνοιξη που πλησιάζει.


[Δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό ΘΡΑΚΑ]

Προέκταση


Ι.

αποπλανώ τους ήρωές μου
τους περνώ έναν έναν από λεπτό σκοινάκι
το ‘να κεφάλι δίπλα στ’ άλλο
σφιχτά
τους βουτώ μετά
να μουλιάσουν
γυμνοί
σε χρωματιστές λεκάνες
να βλέπω τα χάλια μου
και να γελάω
με τον τρόπο του James Joyce
στη Γιουροπίκολα
ανομολόγητα εκκεντρικός
και φαγωμένος
από μικροσκοπικά ψάρια
γκάμπι
του Αμαζονίου


ΙΙ.

απευθύνομαι πρωτίστως
σε υπερτασικούς μεσήλικες
βασανισμένα κατοικίδια
περιπλανώμενα μελισσοσμήνη
αυτοαναλισκόμενα ερπετά
σ’ εκείνους τέλος πάντων
που συνάντησα
πριν κάποιους χειμώνες
κατά λάθος
με το ‘να χέρι στη τσέπη
και το άλλο ανεμίζοντας τσιγάρο
κι είχαν χνούδι στο πρόσωπο
αντί σκληρά γένια

Να θυμηθώ και να ξεχάσω

...στιγμές ενός χρόνου που υπήρξε σα να μην υπήρξε κι ας λένε ότι κανείς δεν ξέχασε τίποτα ποτέ του. Να θυμηθώ κάποιες αγκαλιές, κάποια αυθόρμητα χαμόγελα, δυο-τρία ζουμερά φιλιά, το πλησίασμα των δικών μου ανθρώπων, το λίγωμα της άνοιξης, τις ηλιόλουστες μέρες του φθινοπώρου συντροφιά μ’ έναν σκύλο, το καλοκαιράκι στη ραστώνη της Πλατιάς Άμμου με σκηνή και υπνόσακο. Να θυμηθώ ασκούμενους και ιδρώτα στο μέτωπο από την προσπάθεια, εξορμήσεις για άσκηση στην ύπαιθρο, συζητήσεις για ‘κείνο και για τ’ άλλο, αγαπημένες μουσικές, κιθάρα, μπύρες και κεράκια κάτω από τα λιόδεντρα, πρωινά με βροχή. Να θυμηθώ έναν-έναν όσους γνώρισα ταξιδεύοντας από και προς μαζί. Τη συγκίνηση της συνάντησης και του αποχωρισμού, τα σύντομα λόγια αγάπης, τα χιλιόμετρα που διανύθηκαν για να πάω και να ‘ρθω. Τις εναλλαγές των εποχών στο πρόσωπο και στα μάτια μου. Τις εναλλαγές των εποχών στα πρόσωπα και στα μάτια των άλλων. Να θυμηθώ όλους εσάς που με κάνατε να συγκινηθώ χωρίς λόγο, να κλάψω αληθινά χωρίς λόγο, να γελάσω με την καρδιά μου χωρίς λόγο, να χαμογελάσω σα να ‘χει μέσα μου χωρέσει όλη η αβάσταχτη ελαφρότητα του κόσμου. Να θυμηθώ ν’ αγαπήσω ξανά και ξανά αυτόν εδώ τον βιασμένο τόπο. Να χαϊδέψω ευλαβικά το χώμα του, να ηρεμήσω στην απέραντη ευεργεσία του πράσινου και του γαλάζιου. Να θυμηθώ μια Ελλάδα όμορφη, ολοδικιά μας, χωρίς τραγέλαφους και επαΐοντες.

Και να ξεχάσω ξανά και ξανά τα αδιέξοδά μου που έγιναν αδιέξοδα των άλλων. Τα αδιέξοδα των άλλων που έγιναν δικά μου αδιέξοδα. Την ακούσια μοναξιά, τα ανύπαρκτα οικονομικά μου, την γελοία φορολογία τους, τις στραπατσαρισμένες λαμαρίνες, το υγρό οδόστρωμα, το ανούσιο της πολιτικής και των εκλογών. Να ξεχάσω τη βία, τις φυλακίσεις τους, τη στριγκή τους φωνή, τα κακόγουστα λόγια τους, το ανέραστο πρόσωπό τους. Να ξεχάσω όσους δεν κατόρθωσα να θυμηθώ. Να ξεχάσω όσα δεν πρέπει να θυμάμαι. Να γίνει ο κόσμος μας λιγάκι πιο φωτεινός. Όχι γιατί πρέπει, αλλά γιατί δεν πηγαίνει άλλο. Δεν μας αξίζει ένα τέτοιο σκοτάδι. Να γίνουμε επιτέλους πιο ερωτικοί, πιο τρυφεροί, πιο έντιμοι. Να ανοίξουμε διάπλατα την αγκαλιά μας, ν’ απλώσουμε το χέρι, να λατρέψουμε τα φυτά και τα ζώα, να γιατρέψουμε πληγές, να κοιτάξουμε βαθειά μες στα μάτια τους ανθρώπους μας. Βαθειά μες στα μάτια για λίγη ακόμη αγάπη, λίγη ηρεμία, για ένα «θα ‘μαι δίπλα σου για πάντα». Για πάντα. Όλοι εδώ. Ζωντανοί, έφηβοι, ερωτευμένοι…


Αχαριστία

Κρύο βράδυ ελληνικής επαρχίας. Πίσω από το μικρό γραφειάκι, παγωμένα ακροδάχτυλα και ζακέτα στους ώμους. Δίπλα μου, δύο σκουρόχρωμα σκυλίσια μάτια διεκδικούν την βόλτα τους. Δεν ανταποκρίνομαι και κουλουριάζονται ράθυμα στο χαλί τους. Σ’ ένα κομμάτι χαρτί τραβώ βιαστικά μια γραμμή. Σαν πάτος. Σαν όριο. Σαν ως εδώ και μη παρέκει. Κοιτώ να σβήνει λίγο πριν αγγίξει το γραφείο. Στο μεταίχμιο ξύλου-χαρτιού.

Φοράω μπουφάν, γάντια, κασκόλ. Μ’ ένα νεύμα, ο σκύλος στα τέσσερα. Κουνά την ουρά, αδημονεί. Από το σπίτι στο δρόμο. Κρύος αέρας και μυρωδιά αιθάλης. Στα μπαλκόνια φουσκωτοί Αηβασίλιδες και τρεμοπαίζοντα λαμπιόνια. Μπροστά ο σκύλος, πίσω εγώ. Γυρίζει κάθε τόσο να με δει. Να πάρει την επιβεβαίωση της παρουσίας, της ανταπόκρισης, του είμαι δίπλα σου. Σε λίγες ώρες ο χρόνος αλλάζει. Μόνος γι’ απόψε προορισμός ένα παγκάκι στο σκοτάδι του πάρκου.

Φέρνω τα χέρια στην καρδιά. Κάτω απ’ την παλάμη ο ίδιος μονότονος παλμός. Μην είσαι αχάριστος, γαμώτο. Να λες και ’κάνα ευχαριστώ. Στον εαυτό σου, στους γύρω σου, στα γυμνά δέντρα της γειτονιάς σου, στον σκύλο που σε ανέχεται. Δεν είναι λίγο ν’ αναπνέεις. Δεν είναι λίγο να αισθάνεσαι μέσα σε τόση αναισθησία. Μάθε να συμφιλιώνεσαι με τη μοναξιά και ανταπέδωσε τις βόλτες που κάποτε σου χάρισαν. Βρες τρόπο να δολοφονήσεις μεθοδευμένα το τέρας της αχαριστίας και σήκω πρωί ανήμερα 1ης Γενάρη, με μια κούπα καφέ και ένα σκυλί στα πόδια, αναλογιζόμενος όχι μόνο τί σου ’χει προσφέρει αυτός ο κόσμος, αλλά τί του ’χεις προσφέρει κι εσύ…


[Δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό ΛΥΚΟS
τ. 53 | σελ.7]

Τα πλέον ζωτικά

Απόγευμα στρογγυλό τραπέζι βαμμένο με μπορντό λαδομπογιά μισοάδειο ποτήρι κλειδιά κι ένα φλιτζάνι διπλού ελληνικού τέσσερις γυναίκες ο σκύλος βαριέται ο αλκοολικός του χωριού στη μοναξιά του ακούρευτο γρασίδι λίγα κίτρινα φύλλα στα πόδια μου αστείο χωρίς λόγια λόγια χωρίς αστείο μορφασμοί προμηνύουν χειμώνα κάποιες ηλικίες φοβίζουν πιο πολύ κάποιοι άνθρωποι καταργούν τα πλέον ζωτικά ούτε ύπνος ούτε φαγητό ο πόλεμος των τάξεων ο πόλεμος των φύλων το ακατανόητο της μη αποδοχής βουλιάζω σαν αδύνατο πουλί στην αγκαλιά σου βραδιάζει όπως πάντα θερμοκρασία χωρίς σώμα σώμα χωρίς θερμοκρασία αντέχεται στο ελάχιστο η ζωή δίχως ν’ αμφισβητείς τίποτα ή σχεδόν τίποτα έζησα σ’ άλλη εποχή θα πουν κάποτε στο τώρα αγνοούμαι
 

Υπό κανονικές συνθήκες

Μου τελειώνεις, όπως τελειώνουν όλα αργά ή γρήγορα. Όπως μ’ αφήνει η μέρα έτσι με βρίσκει η νύχτα. Θεοσκότεινο. Φταίει που ακούω ακόμα τριζόνια κι από πάνω η ζώνη του Ωρίωνα. Φταίει που χειμωνιάζει και δεν μπορώ να ταιριάξω το σώμα μου στον χώρο. Φταίει που επέστρεψα και βρήκα όσα άφησα. Τις ίδιες γωνίες λήψεις, τα ίδια χρώματα. Τα βιβλία που ποτέ δεν διάβασα. Θέλω το σώμα μου ν’ ακουμπά τρυφερά το δικό σου. Ν’ αγριεύουν αργά και τα δύο χωρίς τον παραμικρό δισταγμό. Αχόρταγες στιγμές σαν ανικανοποίητα θηλαστικά που επέλεξαν άλλους τρόπους από την ευαισθησία. Δεν πίστεψα στην αγάπη. Βρήκα άλλους τρόπους να σκοτώσω τον χρόνο μου.