Το Σουέζ κλειστό


του παππού

Η τελευταία σου φωτογραφία, λίγο πριν το Πάσχα, στην κούνια της αυλής. Ν’ απολαμβάνεις μοναξιά με τσίπουρο και άφιλτρο τσιγάρο. Κηδεύτηκες χθες με ήλιο καυτό και σμήνη πεταλούδες να πετούν τριγύρω. Η Αυστραλία, τα χρόνια ξενιτιάς σου, η συνάντηση με τη Βαγγελίτσα στο λιμάνι του Σίδνεϋ σαν σε ταινία του Βούλγαρη. Με μια ασπρόμαυρη φωτογραφία και ένα χαρτί με τ’ όνομα στα εγγλέζικα. Τα εγγλέζικα που ποτέ σου δεν έπαψες να μιλάς. Δεν σε φώναξε κανείς με τ’ όνομά σου. Όχι Δημήτρης. Ήσουν για όλους ο Τζίμις. Τζίμι σε φώναζε κι η Βαγγελίτσα μια μέρα πριν φύγεις στο νοσοκομείο, καθώς σε γύριζαν να σου αλλάξουν τον ορό. Χθες το ξημέρωμα αντίκρισα για ‘σένα τον ήλιο να βγαίνει απ’ τον Όλυμπο. Κι όταν θα ‘ρχομαι στο χωριό, θα πίνουμε μαζί καφέ ή τσίπουρο με στραγάλι στη χούφτα στην πίσω αυλή και ‘συ θα με μαλώνεις που αφήνω γένια και θα συζητάμε ώρες για την πολιτική, τον στρατό, την Αυστραλία. Ήσουν περισσότερο εκεί, παρά εδώ. Είσαι ήδη στο κατάστρωμα του υπερωκεάνιου με προορισμό το λιμάνι του Σίδνεϋ. Το Σουέζ κλειστό. Απ’ το Γιβραλτάρ το πολύμηνο ταξίδι σου…

[Ελασσόνα, 11 Ιούνη 2016]