Απολογισμός


Ιανουάριος. Συχνά, η μοναξιά δεν είναι μοναξιά. Κουβαλώ βιβλία που σπανίως διαβάζω, σαν προοπτική συντροφιάς. Σε μια γωνιά της Ελλάδας —είμαι σίγουρος— άνθισαν ήδη οι πρώτες αμυγδαλιές.

Φεβρουάριος. Υπάρχει μια άγραφη ποινή για όσα κάναμε, μπορεί και καταδίκη. Μετρώ τους κορμούς των δέντρων σα να ’ναι ψυχές ανθρώπων. Δεν έχω που να πάω, γι’ αυτό επιστρέφω. 

Μάρτιος. Δοκιμές του Ρέγκου με κάρβουνο και μολύβι. Σηκώνομαι και τα χόρτα κρατούν το σχήμα του κορμιού. Το κρανίο μου, τόπος όπου κατοικούν ξυλοκόποι και σφαγείς ζώων.

Απρίλιος. Μιλούσε στον ύπνο μου η θάλασσα. Όσα παρατηρώ, ένα κατ’ εξακολούθηση έγκλημα ομορφιάς. Γιγαντόμορφος ύπνος με καταπίνει. Γίνομαι απότομος, σαν γκρεμός. 

Μάιος. Ναυάγιο μες στην ανθισμένη ύπαιθρο. Χωρίς νερό, χωρίς τρικυμία. Υπάρχει μία ηλικία όπου όλοι συναντιόμαστε. Όσα έζησα χωρούν σε λίγες μόνο σελίδες. 

Ιούνιος. Γεμάτος ακατανόητες συμπεριφορές. Τελειώνουν οι λέξεις και μετά οι ζωές μας. Οι πόλεις, η άσφαλτος, το διαμέρισμα — όλα ένα απέραντο λάθος. Χρονικές οπές. Μας καταβάλλει η ματαιότητα. 

Ιούλιος. Η ποίηση, μια ιστορία τελειωμένη. Κάθε τέχνη είναι απολύτως ανώφελη, γράφει ο Ουάιλντ. Η καχυποψία είναι στοιχείο ανεπάρκειας. Όσα κάποτε μελέτησα, καθόρισαν μυστικά τη σκέψη μου.

Αύγουστος. Ανθρακοθηρίο. Ψηλαφώ τα όρια ακμής, παραμέλησης και μεταμόρφωσης. Όλα χωρούν στο τίποτα. Τα στοιχεία της υπαίθρου φιλικότερα από τους ανθρώπους.

Σεπτέμβριος. Νύχτες με αγκάθια και έντομα. Αγαπώ τη θάλασσα, αλλά τη βαριέμαι. Βαριέμαι μάλλον ό,τι αγαπώ. Η ευλογία του νερού, η κατάρα των ανθρώπων. Παρηγοριέμαι με τη σκέψη ότι όλα είναι Θεός.

Οκτώβριος. Ό,τι συλλαμβάνω, μ’ έχει πρώτα συλλάβει εκείνο και με κρατά χειροπόδαρα. Συνομιλώ αποδοτικότερα με τους στίχους. Μου προσφέρουν τα απολύτως αναγκαία. Δεν υπερβάλλουν και δεν σιωπούν αναίτια.

Νοέμβριος. Αποτυπώνω την εγκατάλειψη. Η Θεσσαλία δίνει μορφή στο ασχημάτιστο. Ζω σημαίνει βρίσκομαι σε απόγνωση. Ο εγκλεισμός μετριέται σε τετραγωνικά. 

Δεκέμβριος. Γέμισε το απόγευμα σκοτάδι. Μου κρατούν συντροφιά οι Κυριακές του Λάσκαρη. Ὡς περικαθάρματα τοῦ κόσμου ἐγενήθημεν, πάντων περίψημα ἕως ἄρτι. Μέσα μου έχω σύρει τον πιο μεγάλο βράχο.

Αλλού είναι ο τόπος μου


στον Δημήτρη 

Κρέμασα την κυανόλευκη
στο μπαλκόνι
Αλλού είναι ο τόπος μου 
εδώ ματαιοπονώ

Κατά βάθος
με ενοχλούν οι άνθρωποι
αλλά αποφεύγω
να τους το δείξω
Μιλούν για όσα
θέλω να ξεχάσω

Θα μείνουμε μόνοι 
όσο κι αν αδυνατούμε 
να το παραδεχτούμε

Είναι η μοίρα
της γενιάς μας

Δεν θα ’πρεπε διόλου 
να μας απασχολεί 
η μέρα των γενεθλίων
Πέρασε διαπαντός 
η παιδική μας ηλικία

Γράφω ποιήματα
και έξω σκοτεινιάζει 
Έλα 
να περπατήσουμε μαζί  
ως το τέλος

Θα προσφέρω τσιγάρο
θα σε δω
να δακρύζεις

Παροδικό


Οι πόλεις, σκέφτομαι
είναι φτιαγμένες
για να πλήττεις

Ανησυχώ για το μέλλον —
δεν ήμουν πλασμένος 
για τέτοια πτώση

Κι έπειτα
τόσα κορμιά
τόσα ανυπεράσπιστα κορμιά
χωρίς προορισμό

Είναι οριστική η ζωή
οριστικός και ο θάνατος

Κάθε τι παροδικό
μοιάζει να μην υπάρχει

Και εθίζονται από νωρίς 
οι άνθρωποι
στους μύθους

Κι αν πω ότι έχω αντοχή
τί να την κάνω;

Δεν μετατρέπεται 
όλο το κάρβουνο 
σε διαμάντι
ούτε ολόκληρη η ύπαρξη 
σε ανάσταση

Media Luz


Όταν όλοι πενθούν
ή γιορτάζουν 
επιλέγω την απομόνωση

Βρίσκω εύκολα μια σκιά
να με παρηγορήσει

Δεν αναζητώ νέους τόπους
Επιστρέφω σ’ εκείνους
που συνομιλώ καιρό

Με εντοπίζω τα πρωινά
με χάνω τα απογεύματα

Παλεύω
με τον χειμώνα μέσα μου

Βλέπω τον χρόνο
στις φυσιογνωμίες των ανθρώπων

Μιλώ μονάχα
για εκείνα που αγνοώ

Χαμογελώ 
όταν όλοι πενθούν
ή γιορτάζουν
δίχως ν’ αναπνέω

Ο διάλογος
υπονομεύει τα ανθρώπινα

Δεν έχει συμφωνώ ή διαφωνώ
Έχει σ’ ακολουθώ ή 
φεύγω μόνος

Πρώτη μέρα της άνοιξης


Οι φραουλιές πυκνώνουν στα παρτέρια. Απ’ τις σκιές στους τοίχους και το χώμα αναγνωρίζω σχήματα μυστικά. Όλα μιλούν μια δική τους γλώσσα. Ακόμα και τα ξερά φύλλα στη ρίζα της ροδιάς.

Το κροτάλισμα των φτερών μιας ενήλικης ακρίδας από κλαδί σε κλαδί. Ο άνεμος του μεσημεριού νοτιοδυτικός και ενοχλητικός. Μένω ακίνητος να αφουγκραστώ τους ήχους μιας ακόμα Δευτέρας. Η ζωή, σκέφτομαι, μοιάζει πολύ με το σπασμωδικό πέταγμα της ακρίδας. 

Η άνοιξη στην ύπαιθρο, απόσταγμα μελαγχολίας. Κολλάει στα μάτια και τα δάχτυλα. Ακόμα και το ταπεινότερο στοιχείο γύρω μου φέρει εντός του την βεβαιότητα μιας κρυφής υπεροψίας. 

Οι σαύρες ξύπνησαν, βαδίζουν βιαστικά στο τσιμέντο της αυλής. Καταβροχθίζουν ανυποψίαστα έντομα. Ψυχρόαιμα ερπετά στο φως του ήλιου.

Κι εμείς, τί κι αν λογιζόμαστε θηλαστικά; Ψυχρόαιμα παραμένουμε στις σκιές μας.