Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελλάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελλάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Απολογισμός


Ιανουάριος. Συχνά, η μοναξιά δεν είναι μοναξιά. Κουβαλώ βιβλία που σπανίως διαβάζω, σαν προοπτική συντροφιάς. Σε μια γωνιά της Ελλάδας —είμαι σίγουρος— άνθισαν ήδη οι πρώτες αμυγδαλιές.

Φεβρουάριος. Υπάρχει μια άγραφη ποινή για όσα κάναμε, μπορεί και καταδίκη. Μετρώ τους κορμούς των δέντρων σα να ’ναι ψυχές ανθρώπων. Δεν έχω που να πάω, γι’ αυτό επιστρέφω. 

Μάρτιος. Δοκιμές του Ρέγκου με κάρβουνο και μολύβι. Σηκώνομαι και τα χόρτα κρατούν το σχήμα του κορμιού. Το κρανίο μου, τόπος όπου κατοικούν ξυλοκόποι και σφαγείς ζώων.

Απρίλιος. Μιλούσε στον ύπνο μου η θάλασσα. Όσα παρατηρώ, ένα κατ’ εξακολούθηση έγκλημα ομορφιάς. Γιγαντόμορφος ύπνος με καταπίνει. Γίνομαι απότομος, σαν γκρεμός. 

Μάιος. Ναυάγιο μες στην ανθισμένη ύπαιθρο. Χωρίς νερό, χωρίς τρικυμία. Υπάρχει μία ηλικία όπου όλοι συναντιόμαστε. Όσα έζησα χωρούν σε λίγες μόνο σελίδες. 

Ιούνιος. Γεμάτος ακατανόητες συμπεριφορές. Τελειώνουν οι λέξεις και μετά οι ζωές μας. Οι πόλεις, η άσφαλτος, το διαμέρισμα — όλα ένα απέραντο λάθος. Χρονικές οπές. Μας καταβάλλει η ματαιότητα. 

Ιούλιος. Η ποίηση, μια ιστορία τελειωμένη. Κάθε τέχνη είναι απολύτως ανώφελη, γράφει ο Ουάιλντ. Η καχυποψία είναι στοιχείο ανεπάρκειας. Όσα κάποτε μελέτησα, καθόρισαν μυστικά τη σκέψη μου.

Αύγουστος. Ανθρακοθηρίο. Ψηλαφώ τα όρια ακμής, παραμέλησης και μεταμόρφωσης. Όλα χωρούν στο τίποτα. Τα στοιχεία της υπαίθρου φιλικότερα από τους ανθρώπους.

Σεπτέμβριος. Νύχτες με αγκάθια και έντομα. Αγαπώ τη θάλασσα, αλλά τη βαριέμαι. Βαριέμαι μάλλον ό,τι αγαπώ. Η ευλογία του νερού, η κατάρα των ανθρώπων. Παρηγοριέμαι με τη σκέψη ότι όλα είναι Θεός.

Οκτώβριος. Ό,τι συλλαμβάνω, μ’ έχει πρώτα συλλάβει εκείνο και με κρατά χειροπόδαρα. Συνομιλώ αποδοτικότερα με τους στίχους. Μου προσφέρουν τα απολύτως αναγκαία. Δεν υπερβάλλουν και δεν σιωπούν αναίτια.

Νοέμβριος. Αποτυπώνω την εγκατάλειψη. Η Θεσσαλία δίνει μορφή στο ασχημάτιστο. Ζω σημαίνει βρίσκομαι σε απόγνωση. Ο εγκλεισμός μετριέται σε τετραγωνικά. 

Δεκέμβριος. Γέμισε το απόγευμα σκοτάδι. Μου κρατούν συντροφιά οι Κυριακές του Λάσκαρη. Ὡς περικαθάρματα τοῦ κόσμου ἐγενήθημεν, πάντων περίψημα ἕως ἄρτι. Μέσα μου έχω σύρει τον πιο μεγάλο βράχο.

Τέναγος


Τα χέρια κουρνιάζουν σαν άνθρωποι
ή ζώα
με δική τους υπόσταση

Θέλω να διαβάσω
και η ομορφιά
δεν με αφήνει

Ορισμένες λέξεις
και ίσως μόνο
δυο τρεις τόποι
άξιζαν τόση νοσταλγία

~

Όλα κάτω
απ’ τα γυμνά μου πέλματα

Ο ίδιος τόπος
όπου κι αν βρεθώ

~

Οι θεωρίες σκοτώνουν τον χρόνο μας
οι πράξεις τη ζωή μας

~

Δεν είναι λέξεις ο κόσμος
ούτε αριθμοί

Είναι το βλέμμα του ένθεου
μπρος στο πεπερασμένο

Απολογισμός


Ιανουάριος. Εγκαταλείπω τον εαυτό μου σαν μορφή αυτοτιμωρίας. Όσα αγάπησα, έγιναν πληγή στην απουσία τους. Τα σπλάχνα μου γέμισαν πατρίδα.

Φεβρουάριος. Υπάρχει ένα σημείο όπου επιστρέφω για να αντικρίσω το μέσα μου. Οι αποστάσεις δικαιώνουν τους συλλογισμούς μου. Σημάδια μεγάλης πλημμύρας. Πώς αντέχουν οι άνθρωποι πριν καταρρεύσουν;

Μάρτιος. Κρατάμε στα χέρια τα σπλάχνα μας. Κάθε μου λάθος, προστίθεται στα ήδη υπάρχοντα. Βροχερή θα είναι η τελευταία ημέρα του κόσμου. Ως φωνή υδάτων πολλών.

Απρίλιος. Έκλειψη ηλίου. Σε ό,τι κάνω, περιέχεται ένας εαυτός που δεν είμαι. Νεαρός άνδρας βουτά από τον Λευκό Πύργο. Τα δυνατά πνεύματα, τα πιο πεπλανημένα. Εύχομαι μια ταπεινότητα χωρίς ανθρώπους.

Μάιος. Καλοκαιριάζει και μου κόβεται η ανάσα. Η μάθηση δεν είναι παρά βία και αποξένωση. Δεν με απασχολεί ο χρόνος. Με απασχολεί ο χρόνος μακριά σου. Οι προορισμοί μάς έχουν γονατίσει. Συστέλλομαι όσο το φως μεγαλώνει.

Ιούνιος. Το καλοκαίρι είναι ερωτογενής ζώνη. Επικοινωνώ με τα υπολείμματα του εαυτού μου. Δεν αγάπησα ποτέ τις κλειστές θάλασσες. Αντιθέτως, έχουν κάτι γοητευτικό οι κλειστοί άνθρωποι. Σα να φωλιάζει μέσα τους περισσότερη αλήθεια.

Ιούλιος. Μυρίζει κάτι μητρικό το απόγευμα του Σαββάτου. Μας καταπίνουν οι εικόνες. Όταν δεν μου λείπεις, δεν υπάρχω. Κουρνιάζει ανάμεσά μας ένας ανομολόγητος φόβος.

Αύγουστος. Διαλυόμαστε στον μεγάλο άμβυκα του κάτω κόσμου. Ανήκω εκεί όπου δεν αναπαύεται η καρδιά μου. Ο άνθρωπος που είσαι, κοιμάται μέσα σου. Κάποτε, θα εξαλειφθούν οι αναμνήσεις. 

Σεπτέμβριος. Δεν μπορεί να είναι λάθος τόση αλήθεια. Οι λέξεις απεχθάνονται την ποίηση. Ο ποιητής γεννιέται όταν απαρνηθεί τις λέξεις. Η φωνή εξαντλείται πριν τον άνθρωπο. Γίνομαι όσα δεν μπορώ να αντέξω.

Οκτώβριος. Ζω από την παρενέργεια της ύπαρξής μου. Περισσότερο μας ενώνει μια ελαφρά αδιαφορία. Βαριέμαι θανάσιμα τον ρεαλισμό σε κάθε του έκφανση. Τρέφομαι με τα υπολείμματα του εαυτού μου.

Νοέμβριος. Αφήνω τον χρόνο να παρέλθει και ανακουφίζομαι. Καπνίζω και σκέφτομαι τις ημέρες που έφυγαν. Η Κυριακή, μέρα αμεταχείριστη. Κάποτε μοιάζει με ψέμα που διαδίδεται ταχύτατα. Ούτε στην χαρά, ούτε στον πόνο συναντιόμαστε.

Δεκέμβριος. Με κάνει να χαμογελώ η παρακμή. Τελειώνουμε, αδιαφορώντας για το τέλος. Η ζωή μας έχει γούνα και ουρά. Συχνά, τα νύχια κρύβονται σε τρυφερές παλάμες. Τρωκτικά και έντομα. Σπανίως άνθρωποι.

Υπήρξα και παραμένω με το μέρος της ήττας


Εθιστήκαμε στη χρήση πολυφορεμένων λέξεων. Κουρασμένες λέξεις που από την υπέρχρηση έχασαν το ειδικό τους βάρος. Η ηλεκτρονική επικοινωνία είναι κατʼ επίφασιν επικοινωνία. Η κατοχή και χρήση της γλώσσας ίσως να αντικατοπτρίζει τον βαθμό της ατομικής και συλλογικής μας καλλιέργειας.

~

Αν η αγάπη στερηθεί το άλογο στοιχείο του έρωτα, δεν είναι αγάπη. Ο έρωτας είναι τρόπος προσέγγισης της ύπαρξης. Όχι σεξουαλισμός.

~

Υπήρξα και παραμένω με το μέρος της ήττας. Είναι απενοχοποιημένη μέσα μου η έννοια, όπως και ορισμένες ακόμα έννοιες που διστάζουμε να χρησιμοποιήσουμε για ευνόητους λόγους. Ο ηττημένος δεν είναι αδύναμος. Φέρει μεγάλη δυναμική ενέργειας η ήττα. Όπως και να ʼχει, βαριέμαι τους νικητές και τους επιτυχημένους. Βαριέμαι τη σιγουριά τους και την κομπορρημοσύνη της αυτοπεποίθησης που υποτίθεται ότι εκπέμπουν. Η ήττα προϋποθέτει ταπεινότητα. Η ήττα είναι μια μορφή νίκης από την ανάποδη.

~

Η γραφή είναι μορφή πτώσης μπορεί και εκφυλισμού. Προσδοκώ τη στιγμή που ο άνθρωπος δεν θα έχει πλέον ανάγκη τον γραπτό λόγο. Έως σήμερα δεν εντόπισα κάποιο ουσιώδες κέρδος στη γραφή. Πολλές φορές, μάλιστα, μας φέρνει αντιμέτωπους με συνθήκες που καλό θα ήταν να παραμείνουν στη σκιά ή την αφάνεια. Πληρώνουμε ακριβά το τίμημα του πληθωρισμού της έντυπης και ψηφιακής ύλης. Έχουμε χαθεί στο πολύ -που κατʼ ουσίαν είναι ένα διογκωμένο τίποτα- και απομακρυνθήκαμε από τα μεγάλα και αληθινά.

~

Η μουσική και η ποίηση αποτελούν μορφές συντροφιάς στην εκούσια ή ακούσια μοναξιά μου. Ορισμένες, μάλιστα, φορές εντείνουν την αίσθηση της μοναξιάς. Η απομόνωση είναι μία μορφή υγείας σε ένα όλο και πιο άρρωστο περιβάλλον. Με κουράζουν οι άνθρωποι και οι συναναστροφές. Δείχνω κοινωνικός. Δεν είμαι. Η ύπαιθρος μού προσφέρει όσα οι άνθρωποι αδυνατούν.

~

Ό,τι τελειώνει, μάλλον τελειώνει οριστικά. Αν τυχόν υπάρξει ανάσταση, τίποτα δεν θα είναι ίδιο όπως πριν. Η αναβίωση δεν είναι ζωή. Είναι νεκροφάνεια. Είναι ένα μουσειακό είδος που απώλεσε κάθε χρηστικότητα. Ελλάδα και πολιτισμός που ζει με αναβιώσεις, δεν με αφορούν. Παράδοση σημαίνει παραδίδω. Έχουμε ξεχάσει και προσπαθούμε χάριν εντυπώσεων και φθηνών ακαδημαϊσμών να αναβιώσουμε πτυχές που πλέον είναι αδύνατον να μας αγγίξουν.


[Συνέντευξη που δημοσιεύθηκε 
στην ιστοσελίδα fractalart.gr]

Θερινά


όσα οι άνθρωποι χάνουν
στον εγκλεισμό των αστικών κέντρων
τα αναζητούν μάταια
στον συνωστισμό
μιας ταλαιπωρημένης ακτής

~

μάνα θάβει το παιδί της στην άμμο
κάτω από πέλματα 
και αποτσίγαρα 

~

ασθενικά νέφη στον ουρανό
πλεούμενα σε κάθε σημείο του ορίζοντα —

θύματα όλοι μας
του ελληνικού καλοκαιριού

~

φαλακροκόρακες και ασημόγλαροι
αναζητούν τη λεία τους

είμαστε η λεία
μιας ανελέητης θερινής ραστώνης

~

ζευγάρια
δολοφονούν τον έρωτά τους
σε απόμερες ακτές

~

προορισμοί διακοπών
που δεν περιμένουν κανέναν

~

η παράνοια
να βρεθούμε με κάθε τίμημα
δίπλα στο κύμα

~

τα καλοκαίρια
θέτουν τη γνώση σε λήθαργο

Ηλιοστάσιο


θερμοπληξία και πονοκέφαλος 
37° υπό σκιά

σκοτωμένος χρόνος
στο αστικό καμίνι

μέχρι και οι τοίχοι 
επαναλαμβάνουν νευρωτικά 
“καλό τριήμερο”

όσοι έφυγαν, δεν βρήκαν τίποτα 
όσοι έμειναν πίσω
έγιναν βορά της πλήξης

η ασθενική σκιά της ακακίας
γυναίκες με εμπριμέ φορέματα 
και κόλλυβα στο χέρι

τα καλοκαίρια
ροκανίζουν θανάσιμα 
τον χρόνο μας

λιωμένη άσφαλτος
κάτω από το πέλμα
χρυσοπληρωμένος εσπρέσο
στην κάψα της Δελφών

ο Ιούνιος
πλήρης ιδρώτα
και φαντασμάτων

Όλα προορισμός


Είδα τη θάλασσα γκρίζα από την αποβάθρα. Τον σταθμάρχη με σηκωμένο το χέρι και τους δρόμους να χάνονται μέσα στη χαμηλή βλάστηση. Είδα μικρούς οικισμούς και παραπήγματα κάτω απ’ τον Όλυμπο. Τη ζωή μου να ταξιδεύει από σταθμό σε σταθμό χωρίς να ξέρω αν θα γυρίσω. Έζησα μ’ ένα πουκάμισο, όχι πάντα καθαρό. Και δύο-τρία παπούτσια μικρότερα απ’ το μέγεθος του ποδιού μου.

Είδα ανθρώπους να έρχονται και να φεύγουν και μια Ελλάδα βαριεστημένη και μόνη σε μια γωνιά της ιστορίας. Και είδα τον Χριστό να στέκει ολόλαμπρος έξω απ’ τον χρόνο και τον χώρο, έξω απ’ τα ψεύτικα είδωλα των ανθρώπων. Και μου άπλωσε το χέρι — Χριστέ μου, δεν είμαι άξιος να ακολουθήσω. Κι εκείνος πλησίασε αμίλητος να μ’ αγκαλιάσει. — Στην ίδια αγκαλιά ανήκουμε όλοι, μου είπε. Και δάκρυσα απ’ την τόση αλήθεια. Και είδα να υψώνομαι. Ούτε να μένω, ούτε να φεύγω. Όλα έγιναν όραση και όλα προορισμός.

Απολογισμός


Ιανουάριος. Σκιτσάρω τοπία ανύπαρκτα. Ο χειμώνας μετατρέπει τον κόσμο σε πληγή. Ταυτίζομαι με εκείνα που αγαπώ. Περισσότερο ταυτίζομαι με εκείνα που μισώ. Αγαπώ σημαίνει δολοφονούμαι. Σημαίνει δεν υπάρχω.

Φεβρουάριος. Θα έρθει η στιγμή όπου όλα θα επιστρέψουν. Όλα εκτός από τον άνθρωπο. Συμβαίνει κάθε τόσο ένα θαύμα που αδυνατούμε ν’ αντικρίσουμε. Χάθηκαν πολλές ζωές μ’ αυτόν τον τρόπο. Θέλω μια δύναμη να με σηκώσει κι έρχονται παραδοξότητες.

Μάρτιος. Επικοινωνώ με στοιχεία κρυμμένα στους ανθρώπους. Σπανίως φανερώνονται οι πληγές μας. Σπανίως κρύβονται. Ό,τι βρίσκεται στις σελίδες των βιβλίων επιτείνει την ματαιότητα. Δεν είμαι τίποτα περισσότερο από τρυφερό μαρτιάτικο γρασίδι.

Απρίλιος. Υπακούω στην ανάγκη μου να κάνω τα πάντα χωρίς να κάνω το παραμικρό. Μία πρόφαση οι στίχοι. Μια φθηνή δικαιολογία η ποίηση. Τίποτα δεν με κρατάει στη ζωή, παρά μόνο κάποιες αυθόρμητες στιγμές που ξεχνάω ποιος είμαι.

Μάιος. Βιώνω το βάρος μιας ηλικίας καταραμένης. Ερχόμαστε από μεγάλη μοναξιά. Πορευόμαστε προς την αιώνια Κοινωνία. Θα έρθει καιρός όπου τίποτα δεν θα μας αποτρέπει από την άνοδο.

Ιούνιος. Ζητώ λίγη ομορφιά πριν κοιμηθώ, πριν χαθώ, πριν εκλείψω. Ο Παράκελσος μού επισημαίνει έναν βίο που απώλεσα. Ακόμα και το ταπεινότερο στοιχείο γύρω μου φέρει εντός του την βεβαιότητα μιας κρυφής υπεροψίας.

Ιούλιος. Ο φόβος γίνεται σύντροφος. Κοιμάμαι και ξυπνάω μαζί του. Είμαστε ξύλινες εξέδρες που οδηγούν στην άβυσσο. Πεθαίνουμε αποδοτικότερα τα καλοκαίρια.

Αύγουστος. Η μοναξιά φοράει μαύρα εσώρουχα και καπνίζει — ἔρημός ἐστιν ὁ τόπος καὶ ἡ ὥρα ἤδη παρῆλθεν. Ο Αύγουστος στην πόλη ένα βρόμικο σάβανο για νεκρούς και άφραγκους. Καταναλώνομαι απερίσκεπτα.

Σεπτέμβριος. Φουσκωμένα ποτάμια οι ζωές μας. Μία εκ γενετής τυφλότητα μάς καθιστά ακούσια θύματα. Σχεδόν ανόητους. Νυχτώνουν κάποτε και οι στιγμές μας. Υπάρχει μια μυστική ειρήνη μέσα σε τόσο πόλεμο.

Οκτώβριος. Με κούρασε η γραφή και η τυχαία κουβέντα. Μίλα μου κι άσε με να σωπαίνω. Ούτε η σιωπή με παρηγορεί. Περισσότερη η ζωή από τις λέξεις μου. Πάντα εκείνη θα κερδίζει το χαμένο έδαφος του στοχασμού μου.

Νοέμβριος. Κρατώ σημειώσεις για την ψευδαίσθηση των εξεγέρσεων. Όσοι μιλούν για το ψέμα, αγνοούν ότι όλα είναι Αλήθεια. Η μάνα, συνώνυμο μοναξιάς. Πορεύομαι ως μηδενιστής με νου σακατεμένο.

Δεκέμβριος. Υπάρχει ένα σημείο όπου δεν περισσεύει τίποτα να πεις ή να γράψεις. Όλα μιλούν μια δική τους γλώσσα. Ακόμα και τα ξερά φύλλα στη ρίζα της ροδιάς. Δεν έχεις τίποτα να βρεις αναζητώντας με.

Ακόμα και ο έρωτας, τον θάνατο υπερθεματίζει


Αναρωτιέμαι αν υπάρχει κάτι που να μην παραπέμπει στον θάνατο. Ακόμα και ο έρωτας, τον θάνατο υπερθεματίζει. Θέλω να πω, το τέλος παραμένει η κινητήριος δύναμη του παρόντος, ίσως και του μέλλοντος. Γράφοντας για τον έρωτα, ουσιαστικά μιλάμε για το βέβαιο του τέλους. Του οποιουδήποτε τέλους. Ο θάνατος παραμένει το επίκεντρο του στοχασμού μας, ακριβώς γιατί μας απασχολεί περισσότερο από καθετί. Παραμένει μία συγκεκαλυμμένη εμμονή που μας προσδίδει αγωνία, φόβο και μυστήριο. Προσδίδει όμως και πάθος για ζωή. Ο θάνατος, όχι ως αφοβία, αλυπία ή συμφιλίωση (πράγμα αδύνατον), περισσότερο ως ανακωχή.

~

Αν το ποίημα δεν έχει κάτι από τη σάρκα μας, γιατί να αποτυπωθεί; Κι αν πάλι το ποίημα δεν αποτινάξει το σάρκινο περιεχόμενό του, πώς είναι δυνατόν να αγγίξει την ψυχή μας; Στο ποίημα χωρούν τα πάντα. Όμως με γνώση, σύνεση, διάκριση και διακριτικότητα. Δεν είναι όλα για να ανθίσουν μες στο χώμα…

~

Δεν έχω την παραμικρή ιδέα πως κατακτάται η ποιητικότητα. Σίγουρα όχι μέσα από αναγνώσματα και μελέτη. Τα βιβλία δεν βοηθούν την ποίηση. Η ποίηση των άλλων δεν οξύνει τα προσωπικά κριτήρια και σπανίως διαμορφώνει ύφος. Όλα μάλλον σχετίζονται με το ποιοι είμαστε και ποια στάση κρατάμε απέναντι στη ζωή και τα φαινόμενα. Η ποιητικότητα αποτελεί εγγενές στοιχείο της δημιουργίας. Το ζητούμενο παραμένει η πρόσληψή της.

~

Φέρουμε εντός μας παρελθόν, πολύ πριν συναντήσουμε την ανάγνωση. Ίσως είναι ο λόγος που γίνεται κάποιος ποιητής. Η παράδοση είναι βίωμα και όχι ανάγνωση. Η προφορικότητα γέννησε και γεννά τον ποιητικό λόγο. Κι ίσως από έλλειμα ή επάρκεια εαυτού γίνεται κανείς ποιητής.

~

Η ποιητικότητα είναι μάλλον κάτι περισσότερο από συγκινησιακά φορτισμένη χρήση της γλώσσας. Άλλωστε, δεν είναι η γλώσσα το κύριο εφόδιο του ποιητή. Το προσωπικό ύφος, κατακτάται με ουσία βιώματος και όξυνση της παρατήρησης. Όσο λιγότερο επικοινωνεί ένα ποίημα με την ποιητική παραγωγή της εποχής του, τόσο περισσότερο προσεγγίζει την ποιητικότητα.


[Συνέντευξη που δημοσιεύθηκε 
στην ιστοσελίδα fractalart.gr]


Η μυστική θεολογία του καλοκαιριού


ο νηπτικός καύσων του Ιουλίου, το θέρος ως ασκητισμός, δροσερό νεράκι ως αλήθεια αποκεκαλυμμένη, το ενδοσκοπικό της ακινησίας, το βάρος των ματιών ως μεταίχμιο ζωής-θανάτου, η σωτηριολογία ενός βορινού μπαλκονιού με θέα το τίποτα, ο ήχος του ανεμιστήρα ως μάντρα ομ μάνι πέμε χούνγκ, η βουή του κλιματιστικού ως καρδιακή προσευχή, ο μυστικιστικός μετεωρισμός της μεσημεριανής σιέστας, οι μοναχικές μεταμεσονύχτιες ανησυχίες προς αναζήτηση δροσερής γωνιάς στα σεντόνια, η μυστική θεολογία του ελληνικού καλοκαιριού

Σημειώσεις Ιουλίου


Ημέρες καύσωνα. Το διαμέρισμα ζεστό σαν κολαστήριο. Η πόλη λιώνει από βρομιά και πλήξη. Σταχτάρες κραυγάζουν και πετούν με ταχύτητα ανάμεσα από τις οικοδομές.

Βγαίνω στο μπαλκόνι. Πουθενά δεν αναπαύομαι. Ο χρόνος ανελέητος, όπως κάθε τι ανθρώπινο. Βιώνω το βάρος μιας ηλικίας καταραμένης.

Οι θόρυβοι εντείνονται τα καλοκαίρια. Άνθρωποι ανάστατοι, σπανίως ησυχάζουν. Αντιπαραβάλλω τη ζωή μου με τις ζωές τους. Έχω μεταμορφωθεί. Σχεδόν δεν με αναγνωρίζω. Ως και τα άνθη χάνουν τον Ιούλιο το άρωμά τους.

Καφές με δεκαοχτούρες και σπουργίτια. Αποσυντίθεμαι. Στο δωμάτιο μια αράχνη μετεωρίζεται. Ο νεαρός της απέναντι οικοδομής έβαλε κιλά. Ζει μόνος, ενίοτε με μια γυναίκα κι ένα αρσενικό σκυλί. Συχνά, τον βλέπω να χαμογελάει.

Συνθήκες τεχνητού κλιματισμού. Μόνο το στόμα σου κρατά ακόμα την κατάλληλη θερμοκρασία και υγρασία. Όλα τα υπόλοιπα άψυχα, άρρωστα, χωρίς περιεχόμενο.

Ύπαιθρος


θαυμάζω το φως του απογεύματος

ονειρεύομαι έναν Αύγουστο
σε δροσερό πυκνόφυτο ρέμα
με θάμνους φτελιές
και αρσενικά κοτσύφια

*

η τρυφερή ύπαιθρος
της Μακεδονίας

έγχρωμες εκτάσεις
οικισμοί όσο η παλάμη μου
και χαραγμένες πέτρες
σαν αγιασμένα λείψανα
προγόνων

*

γυναίκα βαδίζει στις φτέρνες –
βαστάει στους ώμους
παιδική σαρκοφάγο

συχνά η σελήνη
κτέρισμα
σε γυάλινη προθήκη


[Φιλοξενήθηκαν στο ηλεκτρονικό περιοδικό diastixo.gr]

Απεμπλοκή από την κατάκτηση της ευτυχίας


Μεγάλη χαρά, η επαφή μου με τα στοιχεία της υπαίθρου. Μεγάλη λύπη, ο άλλοτε εκούσιος κι άλλοτε ακούσιος αστικός μου εγκλεισμός. Χρειάζεται, ωστόσο, κάποτε να παρακάμπτουμε τα συναισθήματα. Δεν ωφελούν.

***

Ευτυχία είναι η απεμπλοκή μας από οποιαδήποτε κατάκτηση οποιασδήποτε ευτυχίας. Μία ακόμη μπλόφα η ευτυχία, μαζί με τόσα άλλα που λογίζονται σημαντικά…

***

Όσα διδάσκει η εμπειρία της ζωής και η επίμονη παρατήρηση, κανένα βιβλίο ή εγχειρίδιο γραφής δεν μπορεί να διδάξει. Η γραφή είναι πρωτίστως χάρισμα και έπειτα κατάκτηση. Δεν βιάζεται και δεν βιάζει.


[Συνέντευξη που δημοσιεύθηκε 
στην ιστοσελίδα των εκδόσεων στίξις | stixiseditions.gr]

Τέναγος


i.

Κάποια γενετήσια πράξη
μας αφαιρεί ζωή

Μοιάζουμε ακάθαρτοι
και δυστυχισμένοι

Ό,τι μάθαμε
μας το ψιθύρισε κάποτε
το χώμα
και ο άνεμος


ii.

Η Πίνδος και ο Όλυμπος
μάκρυναν το βλέμμα μου

Καλότυχος εκείνος που αποκοιμήθηκε 
χωρίς προσευχή και συγχώρεση

Πάει να πει
έστρωσε μέσα του η άνοιξη χορτάρι


iii.

ο τόπος ανθίζει μυστικά

και η ποίηση
μονάδα μέτρησης 
μιας πρόωρης γέννας


iv.

κάθε τι
φέρει εντός του
μια ανελέητη διάβρωση

σκουριά
σαν σκοτωμένο αίμα

ακόμα και ο ουρανός
τι είναι
αν όχι νεκρή ύλη
σε αέρια μορφή


[Φιλοξενήθηκαν στο ηλεκτρονικό περιοδικό marginalia.gr]

Μοιρασμένο φως


Τρίτη απόγευμα με καφέ στο μπαλκόνι, τον χειμαρρώδη λόγο της Μήτσορα στη “Σκόρπια Δύναμη” απ’  τις εκδόσεις Οδυσσέας του ’82, παραδίπλα η ταλαιπωρημένη απ’ το φετινό κρύο αλόη μαζί με μια γλάστρα ροζέ κυκλάμινα εισαγωγής, ο ακατανόητος ήχος της γειτονιάς όπως αντηχεί στα τσιμέντα, τα κλειστά μαγαζιά της Δελφών και της Σόλωνος, το σκήνωμα μιας πόλης που παρέμεινε τραγική επαρχία, η παρούσα και η μέλλουσα κρίση ανθρώπων, χρημάτων, περιβάλλοντος, το παραμύθι ενός πάντα επικείμενου πολέμου που σκιάζει τον κατ’ εξακολούθηση πόλεμο της καθημερινότητας, οι νεκροί μας και οι εναπομείναντες ζωντανοί, η είδηση αυτοχειρίας φοιτητή στην Πάτρα, η αυτιστική δικαιοσύνη των καταφρονεμένων, η από αιώνων τυραννία των εξουσιών, η μοναξιά που έγινε συνήθεια, ο κακοφορμισμένος εγκλεισμός εαυτού και αλλήλων, οι σκέψεις σου μες στις δικές μου σκέψεις, το μοιρασμένο φως και το αδιαίρετο σκοτάδι, η Ελλάδα που πορεύεται από χειμώνα σε χειμώνα κι ένα τσιγάρο που κάηκε στα δάχτυλα πριν προλάβω να φυλακίσω λίγο απ’ τον καπνό του στα σωθικά μου

Απολογισμός


Ιανουάριος. Κάθε που ο Πεντζίκης μιλά για τον θάνατο, ο θάνατος δεν υπάρχει. Δεν είναι λέξεις ο κόσμος, ούτε αριθμοί. Είναι το βλέμμα του ένθεου μπροστά στο πεπερασμένο.

Φεβρουάριος. Εγκατάλειψη με τη μορφή ανθρώπου. Θυμίζω παιδιά που πηγαινοφέρνουν τις πληγές τους. Το σώμα είναι το πουθενά. Ό,τι ακινητεί, μόνο αυτό υπάρχει.

Μάρτιος. Στενά μπαλκόνια υποδύονται την ύπαιθρο. Αστική μανιοκατάθλιψη. Εγκέλαδος. Η Σελήνη πάνω απ’ τον κάμπο ένα αδέσποτο θηλυκό σκυλί. Πονάς δίχως πόνο. 

Απρίλιος. Malleus Maleficarum. Οι μέρες που πέρασαν θα είχαν νόημα μόνο αν τις έβαζα φωτιά. Δεν είναι αγαθό η υγεία. Είναι λάφυρο πολέμου.

Μάιος. Ίδια η νευροτοξίνη της ζωής μ’ εκείνη απ’ τα δόντια σφήκας. Πεινάς και κρύβεις τα χέρια σου. Δεν στερούμαστε νοήματος. Στερούμαστε ζωής.

Ιούνιος. Όλα συντελούνται υπό σκιά και ποιος θα βρεθεί να το αμφισβητήσει. Παρακμάζουμε υποδυόμενοι τους αισιόδοξους. Θύματα όλοι της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης.

Ιούλιος. Ο τόπος εξαντλείται. Οι πόλεις, τσιμεντένια πτώματα. Ό,τι βλέπεις δεν είναι παρά αυτό που βλέπεις. Οι λέξεις, όταν τακτοποιούνται προσεκτικά, ενοχλούν.

Αύγουστος. Υπάρχει κάτι τετελεσμένο και αδιόρθωτο στις πράξεις μας. Οι απελπισμένοι γνωρίζουν μια αλήθεια άγνωστη στους καθησυχασμένους.

Σεπτέμβριος. Ονειρεύομαι τα βουνά της πατρίδας. Δεν μένουν πολλά να κατακτήσω, παρά μία όραση πιο στρογγυλή. Λιγοστεύουμε μαζί με το καλοκαίρι.

Οκτώβριος. Συλλέγεις αναμνήσεις, μέχρι να σε γονατίσει το βάρος τους. Τις περισσότερες φορές η ενηλικίωση διαρκεί ως τον θάνατο. Η πατρίδα αν δεν σε πονά, δεν είναι πατρίδα.

Νοέμβριος. Χειμωνιάζει και στριμώχνομαι. Εκείνος που μιλά, συνήθως ψεύδεται. Δεν είναι χάδι ούτε πόνος η εμπειρία. Είναι ένα άγνωστο που όλο βαθαίνει.

Δεκέμβριος. Το τσιγάρο κάηκε ανέλπιστα γρήγορα. Νιώθω μια λύπη όταν τελειώνει. Οι ποιητές πεθαίνουν περισσότερο απ’ όλους. Ό,τι μας αφανίζει είναι η σωτηρία μας.

Σύντομα



Γράφω
και είμαι σχεδόν σίγουρος
πως ο κόσμος υπήρξε κούφιος
όπως τα νεανικά μου ξενύχτια
 
*        
 
Θυμώνω με το εύθραυστο της σάρκας
 
Λυπάμαι για ’μένα
όπως για τον καθένα μας
 
*
 
Διαθέτω μνήμη
ταλαιπωρημένα πέλματα
και λιπαρές παλάμες
 
Χθες περπάτησα για να συναντήσω
όσα θα συναντούσα αν έμενα ακίνητος
 
Μετά από τόσο ξεπούλημα
τόσες απροσεξίες
οραματίζομαι ακόμα κόσμους ιδανικούς
και αστείους
 
*
 
Τα τσιγάρα τελειώνουν
το σκοτάδι πλησιάζει
 
Δεν είναι δυνατόν, σκέφτομαι
Τίποτα δεν καταφέραμε τόσους αιώνες
 
*
 
Έρχεται η στιγμή
που οι δρόμοι παραγράφονται
όπως τα αδικήματα
 
*
 
Κάθε προορισμός
ένα ανάποδο φεγγάρι
 
Λίγο να κλείσεις τα μάτια
πλησιάζουν εφιάλτες
 
*
 
Ντρέπομαι που ενώ συνέβησαν όλα
παρέμεινα ενήλικας
κι όχι παιδί
 
*
 
Αλλάζει το φως πάνω απ’ την πόλη —
 
Στα χωράφια πίδακες νερού
γεράκια στέκουν στο κενό
μηχανές μουγκρίζουν
 
Ολόκληρη η φύση κραυγάζει: νυστάζω!
 
*
 
Όσο επιμένεις με την κατανόηση
τόσο γιγαντώνεται το ακατανόητο
 
Ό,τι κατανοείς σε χλευάζει
 
*
 
Στο κάτω κάτω
υπήρξα απλώς ένας άνθρωπος
που κάποτε χρειάστηκε το παράλογο
περισσότερο από τη λογική
 
*
 
Θυμάμαι δυο τρία εγκαταλειμμένα αυτοκίνητα
στο πάρκινγκ της Ουρανούπολης
 
Μάλλον προσκυνητές που μπήκαν στο Όρος
και δεν ξαναγύρισαν
 
Και να γυρίσουν πού;
 
*
 
Από την απελπισία μας
σκύβουμε να βρούμε χώμα
και συναντάμε φως
 
*
 
Ολόκληρος ο Αύγουστος,
ένα πρωινό πλάι στο Αιγαίο
 
Σημασία έχει να είναι καλοκαίρι
και τίποτα να μην θυμίζει ζωή
 
Κάποτε
όλα θα αρχίσουν ξανά
χωρίς εμάς
 
*
 
Τα λόγια προδίδουν
την μεγάλη σιωπή
που φωλιάζει μέσα μας
 
Η μοναξιά
είναι γένος αρσενικού


[Φιλοξενήθηκαν στο ηλεκτρονικό περιοδικό bibliotheque.gr]

Δεν υπάρχει ίχνος ρομαντισμού στην γραφή


Όπως δεν θα μάθουμε ποτέ το γιατί του κόσμου, έτσι και με το γιατί της ποίησης. Είναι ερωτήματα που μας ξεπερνούν. Πολλά θα μπορούσε να πει κανείς. Κι ακριβώς επειδή μπορούν να λεχθούν πολλά, το ερώτημα καθίσταται ανούσιο. «Γράφω γιατί δεν μου αρκεί η εμπειρία μου», αναφέρω κάπου. Ή «γράφω για να μ’ ακούσω μέσα μου». Ποιος ξέρει;

Σε μία εποχή γεμάτη ορισμούς και ακαδημαϊκές ερμηνείες, παραμένω δύσπιστος στα περί λογοτεχνίας και τέχνης. Ούτε είμαι σίγουρος αν η μελέτη βοηθά στην κατάκτηση κάποιου ύφους. Κάποτε η ανάγνωση δεν μας επιτρέπει να ζήσουμε. Ζούμε έναν κόσμο μεθερμηνευμένο.

***

Δεν έχω ιδέα πως συντίθεται η ποίηση. Πάντως, η έκπληξη παραμένει βασικό συστατικό. Όπως δεν είμαι σίγουρος αν μπορεί να υπάρξει ποιητής χωρίς εμμονές. Μέσα από εμμονές κατακτάται – αν κατακτάται– η όποια ιδιοφωνία. Πάντως, ελάχιστα με αφορά μία ποίηση που δεν είναι στοχασμός. Νιώθω ότι δεν έχουμε τόσο ανάγκη στίχων, όσο αναστοχασμού. Η ποίηση θα μπορούσε να είναι το απαραίτητο μεταφυσικό στοιχείο της τσακισμένης μας λογικής.

***

Δεν υπάρχει ίχνος ρομαντισμού στην γραφή. Εκεί μέσα κλείνουμε διαταραχές, φόβους, διαψεύσεις, ανικανότητες, μπορεί και μια ζωή που δεν ζήσαμε. Κλείνουμε όμως αναπόφευκτα και μνήμη. Ένα παιχνίδι κάλυψης-απόκρυψης και την ίδια στιγμή ένα πεδίο έκθεσης, όπου πάντα θα υποβόσκει η ματαιοδοξία και ο ναρκισσισμός. Κανείς δεν μπορεί να τα αποφύγει.

***

Η ποίηση είναι φαινόμενο τοπικό. Όπως ο δημοτικός στίχος και τα τραγούδια μας. Μου είναι αδιάφορη η ποίηση που υποδύεται την παγκόσμια, όπως και ο στίχος που παίρνει το ύφος του πολιτικά ορθού, του ανθρωπιστή ή του ερωτιάρη. Δεν βρίσκω τίποτα το ερωτικό στην ερωτική ποίηση.

Νιώθω ότι η αλήθεια του στίχου εντοπίζεται στις ιδιαίτερες ρίζες του καθενός. Γράφω ακριβώς γιατί μιλώ την γλώσσα του τόπου μου. Σκέφτομαι μέσα από την γεωμορφολογία της ιδιαίτερης πατρίδας μου.

Ούτε ξέρω αν μπορεί να υπάρχει ψυχή στο σώμα μιας ποίησης αποκομμένης από το ποιητικό της παρελθόν. Δεν αναφέρομαι τόσο στη μελέτη του λογοτεχνικού παρελθόντος, όσο στο ακόνισμα της προσωπικής διαίσθησης. Στην εξοικείωση με τα στοιχεία που προϋπήρξαν. Υπάρχει κάτι συλλογικό στην προσωπική γραφή του καθενός. Εκεί οφείλουμε να στραφούμε.

Πιστεύω σε μία γενιά ποιητών, σε μία γενιά συγγραφέων που θα επιστρέψει για να εκφράσει ξανά τον τόπο της. Να μιλήσει για το χώμα που την έθρεψε και τους ανθρώπους που έχουν φύγει για πάντα.


[Δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο GRTimes]

Δύο ποιήματα


Ι.

Πήλινο ειδώλιο φτερωτού Έρωτα
από τη γη της Μακεδονίας –
ηδονή σκεπασμένη με χώμα
και υγρασία

από τους έρωτες 
θυμάμαι μόνο τη μυρωδιά τους

από τη σάρκα
μόνο τη θέρμη της

όλα τα κορμιά στο τέλος 
υπήρξαν ένα κορμί

κάποτε πιάνει βροχή
οι σταγόνες καταποντίζουν τα λάθη μου

καιροσκοπώ –
δεν μένει χρόνος για ελπίδες



ΙΙ.

η φωνή μιας παπαδίτσας
στις ακακίες –

το αίθριο σκηνικό της Δευτέρας
σαν προετοιμασία
για όσα θα έρθουν
ή θα χαθούν

***

δροσιά απ’ τις ρεματιές του Ολύμπου –
τις νύχτες απλώνει πάντα
η έρημος

***

οι αμυγδαλιές πήραν ν’ ανθίσουν
στα ημιορεινά της πατρίδας

μικρό χρυσάνθεμο στην παλάμη μου
και μια καληνύχτα
πριν χαρίσουμε άλλη μια μέρα
στον θάνατο

***

δεν είναι η έλλειψη
και η επάρκεια
ούτε το ευτελές θεμέλιο του καιρού

είναι μια ανοιχτή πληγή
ζεστή κι ανόρεχτη 
που δεν γεμίζει

παρά μόνο αδειάζει 
απ’ το κόκκινο περιεχόμενο


[Φιλοξενήθηκαν στη λογοτεχνική σελίδα: poiein.gr | 
εικόνα: «Κοιμώμενος Έρως», πήλινο ειδώλιο κοιμώμενου Έρωτα, 
βρέθηκε στα ανατολικά της νεκρόπολης της Πέλλας 
σε κιβωτιόσχημο τάφο (πιθανόν παιδιού), τέλη 4ου αι. π.Χ. | 
Νέο Αρχαιολογικό Μουσείο Πέλλας (ΒΕ 1979/1318)]

Απολογισμός


Ιανουάριος. Γεμίζω άδειες σελίδες με οριστικότητες. Η εφαπτομένη του βλέμματος. Τα ανάστατα μαλλιά του Ιωάννη του Προδρόμου. Με κοινοτοπίες πορευόμαστε. Υπήρξα άνδρας, χωρίς να γνωρίζω αν άνδρας σημαίνει και άνθρωπος. 

Φεβρουάριος. Βλέπω με τα μάτια της φυλής μου. Μετρώ τα σταθμευμένα οχήματα, τις κολώνες ηλεκτροφωτισμού, τα δέντρα της γειτονιάς. Μετρώ, γιατί κανείς ποτέ δεν ξέρει. Η Ελλάδα ζει την παιδική θλίψη μιας Καθαροδευτέρας. Δεν είναι όλα ν’ ανθίσουν την Άνοιξη.

Μάρτιος. Απόγευμα στα λιόδεντρα. Το αίμα δεν είναι τίποτα περισσότερο από θόρυβος πνιγμένος στις φλέβες. Η παραλογοτεχνία του καιρού ευδοκιμεί σε ένδοξους εκδοτικούς. Η ύπαιθρος, ανθισμένο κενοτάφιο. Είμαστε ό,τι πέρασε.

Απρίλιος. Βράδυ Ακαθίστου. Στις εκκλησιές μόνο φαντάσματα. Πληγώνω το χώμα κι αναδίδει οσμές κεκοιμημένων. Σμήνος σταχτάρες πάνω απ’ την πόλη. Μεγάλη Τρίτη. Κοιτώ τη φύση να πρασινίζει κι αισθάνομαι ένα βάρος όμοιο εγκατάλειψης. Όντας σκλάβος, ελευθερώθηκα.

Μάιος. Το δωμάτιο μυρίζει αγγελικούλα κι ανθισμένη λυγαριά. Είμαστε τα ενσαρκωμένα θύματα της μάνας. Βουνά, πολλά βουνά, μόνο βουνά. Βουνά υπήρξαν οι δικοί μου πρόγονοι. Πουθενά δεν αναπαύεται ο άνθρωπος. Ακόμα κι ο Αρχίλοχος, άδοξα έφυγε.

Ιούνιος. Κόλλυβα, κεριά, γυναίκες. Σαββάτο των ψυχών στη Μεταμόρφωση. Μόνο έτσι ταξιδεύω: συγκινημένος. Ποίηση χωρίς θρησκευτικότητα δεν μπορεί να υπάρξει. Τα γένια μου έκρυψαν το πρόσωπο, όπως οι πουρναριές το χώμα της πατρίδας.

Ιούλιος. Τα ενύπνια του Αρτεμίδωρου Δαλδιανού και οι Καταστερισμοί του Ερατοσθένη. Μεγάλωσα σ’ ένα καλοκαίρι όσο θα μεγάλωνα σε μία δεκαετία. Αλλάζω δέρμα συχνότερα απ’ ό,τι θέαση για τον κόσμο. Όσοι ευαγγελίζονται το καλό του ανθρώπου, ψεύδονται.

Αύγουστος. Η Σελήνη κοιτά προς τον Άθω. Πάντα λιγότεροι όσοι γεύονται θάλασσα από εκείνους που καρτερούν στην ακτή. Όλα τείνουν προς μία απάνθρωπη συμμόρφωση. Ὁλοκαυτώματα μεμυελωμένα ἀνοίσω σοι μετὰ θυμιάματος καὶ κριῶν, ἀνοίσω σοι βόας μετὰ χιμάρων. Είναι λάθος να υπάρχουμε πάντα ανάμεσα σε ανθρώπους.

Σεπτέμβριος. Μυστικό αγιολόγιο φίλων. Συχνά τα μάτια μου δεν είναι δικά μου μάτια. Μεγάλη ευθύνη η απόλαυση. Οι άνθρωποι που συναντώ μοιάζουν σα να ’χουν ήδη πεθάνει. Πάντα κάποιοι διασώζονται – κι αυτοί, όχι για πολύ. Η κατανόηση απαιτεί έναν βαθμό αφέλειας.

Οκτώβριος. Άντρας ανάβει τσιγάρο μες στο παλτό. Μυρίζω τον καπνό του. Η εποχή αντιστρέφει τα δεδομένα. Αναρωτιέμαι πού πηγαίνουν τόσα τροχοφόρα. Νυστάζω όπως νυστάζουν όλα γύρω μου. Omne animal post coitum triste. Αυτό το νυχτώνει από νωρίς, με τσακίζει.

Νοέμβριος. Η θάλασσα θυμίζει την παιδική ηλικία του κόσμου. Δεν είμαστε παρά η οπτική που μας χαρίζει ο τόπος. Σεισμός ανοιχτά της Σάμου. Κυβερνητικές αποφάσεις δίχως νόημα. Ψύχος κι ανομβρία.Το φθινόπωρο ανοίγει τρύπα στο χώμα να μας θάψει.

Δεκέμβριος. Εποχή του νάρκισσου του κυπελλοφόρου απ’ όπου οι Έλληνες παρήγαγαν ναρκίσσινο μύρο. Γυμνές εδώ και μέρες οι σφενδαμιές.  Αν στερούμουν όσφρησης κι αφής θα ήμουν απλώς ένα κτήνος. Δεν ήταν χρόνος που πέρασε. Ήταν χρόνος που δεν ήρθε ποτέ.