Όταν πεθάνω δεν θα τ’ ακούσεις | Μάρκος Μέσκος


Τον συναντούσα διασταύρωση Αλεξάνδρου Σβώλου με Ιπποδρομίου. Εγώ στο ποδήλατο, εκείνος με τα ψώνια της ημέρας. Ή πρωινά σε καφέ της Γούναρη. Τα παρακάτω απανθίσματα προέρχονται από τις συλλογές: Πριν από τον θάνατο (1958), Τα ανώνυμα (1971), Άλογα στον ιππόδρομο (1973), Τα ισόβια ποιήματα (1977). Η εικόνα είναι έγχρωμο ζωγραφικό έργο του ποιητή.

~

Σιωπή. Έστω, η τύχη να υπάρχουμε.
(...)
Αλλά να μην γίνουμε λόγια. Καθώς η βαρβαρότητα της εποχής σιδερώνει με τα πέλματά της την αθωότητά μας.

[Υποκείμενη Αναφορά]

~

Ανθρώπινο

Ευχαριστώ τη μάνα μου
που μ’ άνοιξεν ένα παράθυρο:
να εκστασιάζομαι μπροστά στην αυγή,
να θλίβομαι μπροστά στη δύση…

~

Μικρή ευτυχία

Είναι μια μικρή ευτυχία που ζω∙
στα χέρια μου κρατάω το άσπρο ρίγος της ζωής
στα χέρια μου κρατάω το μαύρο ρίγος του θανάτου,
τα χρόνια μου περνούν κι ανθίζουμε όπως τα τριαντάφυλλα την άνοιξη
μαδιούνται το χινόπωρο,
αγαπάω τον κόσμο, πονάω για τον κόσμο,
σκέφτομαι και λέω ζωή είναι αγάπη,
σκέφτομαι και λέω θάνατος είναι αγάπη,
δακρύζω από χαρά όταν πυρπολεί τα δέντρα
                το ερωτιάρικο αηδόνι,
δακρύζω από τη λύπη που σταμάτησε
                στη ράχη του χελιδονιού,
χαίρομαι την αυγή, θλίβομαι τη δύση…

Είναι μια μικρή ευτυχία που ζω∙
και που πεθαίνω.

Απολογισμός


Γενάρης. Φεγγάρι στην ύπαιθρο. Υπερβάλλω σα να ’ναι ο μόνος τρόπος να υπάρχω. Ξύπνησα και δεν έβρισκα λόγο ν’ ανοίξω τα μάτια. Ο θάνατος του Nicanor Parra.

Φλεβάρης. Σάπιο πολεοδομικό. Δεν είμαστε παρά το εμμονικό των σκέψεων. Θα χαθούν κάποτε οι ποιητές και θα γεννηθούν ξανά χωρίς κανείς να καταλάβει.

Μάρτης. Βράδυ Ακαθίστου. Τουρίστες και άνεργοι κάτω απ’ τον ίδιο ουρανό. Η σάρκα έχει κάτι άσαρκο που αδυνατώ να συλλάβω. Οι πόλεις το λάθος μας.

Απρίλης. Αγκαλιάζοντας φίλους, αγκαλιάζω τον εαυτό μου. Συνήθως δεν έχω τι να πω και είναι καλύτερα έτσι. Δεν είναι ότι φεύγουμε. Είναι ότι ποτέ δεν ήρθαμε.

Μαγιάτικο στεφάνι σε μέταλλο πόρτας. Νυστάζω αιωνίως. Προκαλώ την τύχη μου, πάει να πει προσκαλώ την ατυχία μου. Σπουδαγμένοι και ατάλαντοι. Όλα ο άνθρωπος και τίποτα ο άνθρωπος.

Ιούνης. Συνήθως λείπω. Μετέχω μιας πραγματικότητας που λίγο μ’ αφορά. Πάντα θα γίνομαι το απέναντι μπαλκόνι και πάντα εγώ εκείνος που με κοιτώ.

Ιούλης στο νοτιοανατολικό Αιγαίο. Καμάρες της οδού Ομήρου. Σύννεφα στα Πυρηναία. Μυρίζω κωνοφόρα και δακρύζω. Κάτι γαλήνιο εντός μας δεν μας αφήνει να ζήσουμε.

Αύγουστος. Ο Όλυμπος απ’ την πατρίδα καμπύλες, υβώματα και ελαφρύ αεράκι. Φράση του Μπατάιγ για τη βεβήλωση της ομορφιάς. Γυμνώνω τα πέλματα. Ο νους, το τίμημα που πληρώνουμε.

Σεπτέμβρης. Αιωνόβιες ελιές σαν σώματα που δεν μπόρεσαν να ξεχάσουν. Μιλούν γι’ ανθρωπισμό οι ξεχασμένοι απ’ τον ίδιο τους τον εαυτό. Το ημιτελές ως άλλη ολοκλήρωση. Αντιπελάργηση. 

Οκτώβρης. Πλατύφυλλος βασιλικός απ’ τον Άη Νικόλα τον Ορφανό. Ήρωες του Σορεντίνο στον ύπνο μου. Δεν είμαστε παρά τα πιο απλά λόγια που καταφέραμε να πούμε. 

Νοέμβρης. Χρειάζομαι βροχή. Δεν είναι πνιγμός. Εγκαύματα είναι και απανθράκωση. Δεν έχω ερωτήματα κάθε που παρατηρώ τους ανθρώπους. Δεν έχω απορίες.

Δεκέμβρης. Επαρχιακό οδικό δίκτυο. Ούτε από πού έρχομαι, ούτε πού πηγαίνω. Δυσκολεύομαι να διακρίνω αν μεγάλωσε η πόλη ή αν εγώ μεγάλωσα μέσα της. Φθείρω τα δόντια μου στη σάρκα σου. Νοσταλγία χώματος.

Νυχτερινές Απουσίες #31


Ο Στάχυς πάνω απ’ την αθωνική πολιτεία. Διάττοντες με πράσινες και κυανές ουρές. Ριγμένοι σ’ έναν τόπο σκλαβωμένο απ’ την ομορφιά. Δεσμώτες στην ίδια φυλακή. Μοναχικός ψαράς η τυχαιότητα, ανοίγει στόμα να καταπιεί το αγκίστρι.

Αντιλαμβάνομαι κάποτε την ανάγκη να επιστρέψω ή την ακόμα μεγαλύτερη ανάγκη της φυγής. Εκείνος που αναζητά δεν βρίσκει. Αν τυχόν βρει, θα ’ναι από χέρι δεύτερο και τρίτο. Μάλλον χρησιμοποιημένο. 

Συμβαίνει όταν δεν έχω τι να γράψω να επιστρέφω σ’ ένα είδος παιδικής ανασκόπησης. Μέχρι να πάρω φόρα, βουτώ στο κενό∙ και πριν την πτώση να ’χω πλάσει με τα λόγια έναν ευκολότερο θάνατο.

***

L’oreille au-dessus de l’état athonien. Étiré avec des queues vertes et bleues. Rayé dans un lieu asservi par la beauté. Bound dans la même prison. L’ hasard est la seule solution. Comme un pêcheur ouvre sa bouche pour avaler le crochet.

Parfois je dois rentrer ou même mieux disparaître. Comme celui qui cherche quelque chose mais ne le  trouve jamais rien. S’il le trouve, ce sera à la main deuxième et troisième. Plutôt utilisé.

Cela arrive quand je n’ai rien à écrire, de revenir à une sorte de critique de l’enfance. Jusqu’à ce que j’entre dans des forts, je plonge dans le vide et, avant la chute, j’ai fait une mort plus facile avec des mots.

[Απόδοση στη γαλλική, Χριστίνα Χαγιάρη |
Δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό ΘΡΑΚΑ]

Είσοδος κινδύνου | Έκτωρ Κακναβάτος


Κάτω από το παράθυρο μου πέρασε πάλι αυτός
δόκανο για φεγγάρια
Το κεφάλι του τετράγωνο κλουβί
μέσα του ένα μάτι
απ’ τα λίγα που περίσσεψαν της νύχτας
μα όχι ψάρι

Σου γράφω μετά από τρεις βροχές
Η απόπειρα μου για το ποιος είναι ο άλλος που είμαι
απότυχε
Τι να σου λέω λοιπόν για τη μοναξιά με λέξεις
Μη δεν είδες θερισμένο κάμπο πέρα πέρα
καταμεσί του απόμαχο βαγκόνι έξω από τις ράγιες
τη σιγαλιά ν’ ακουμπάει πάνω του
δίχως κουδούνι να βοσκάει η ερημιά
κατάψηλα να περιπολούν κοράκια;

Κάτω απ’ το παράθυρο μου πάλι αυτός
Το κεφάλι του εγώ: είσοδος κινδύνου.


[από τη συλλογή Κιβώτιο ταχυτήτων]

Αρχή της Ινδίκτου


Άνδρας χάνεται στα νερά
όπως τα νερά χάνονται μέσα του
*
Θυμάμαι την αφέλεια του τοπίου:
το μικρό κοιμητήρι στον Άη Γιώργη
δροσερό αγίασμα απ’ το βουνό
σκάλες που δεν βγάζαν πουθενά
λιόκλαδα καθώς βουτούσαν στον Παγασητικό
*
Μην έχοντας τίποτα να πω
παρά μόνο το όνομα της μάνας του πατέρα
των δυο μου αδερφών κι ενός σκύλου
που ’γινε άγγελος να μας αδειάσει τη γωνιά
*
Κάποτε αγαπάς
όπως το ανήλικο το νερό
όπως ο ψαράς τις πετονιές του
όπως ο ήλιος τ’ ασπρισμένα βότσαλα
*
Θα πνιγούμε κάποτε
όπως πνίγουν τ’ αγριόχορτα
τα ερειπωμένα σπίτια