Από το βλέμμα εισβάλλει το κακό


Ακόμα και το βλέμμα
λειτουργεί με αφορισμούς.

Απομονώνω εικόνες:
εφτά τσιμεντένια σκαλοπάτια 
γωνίες και ραγίσματα 
μια τρύπα δυτικά στον ουρανό – 
φθαρμένο γαλάζιο σαν σκοτωμένος άνεμος

κάθε τι 
μου δείχνει τρόπους να πεθάνω

***

Από το βλέμμα εισβάλλει το κακό.
Τα μάτια είναι όργανα μεταχειρισμένα.
Είτε ανοιχτά, είτε κλειστά
επιμένουν να κοιτούν
όσα δεν χρειάζονται.

***

Τα δάχτυλα μυρίζουν τσιγάρο.
Ο πλανήτης κατειλημμένος
από μικροσκοπικά έντομα.

Στο φως του απογεύματος
περιγράμματα βουνών
και δέντρων.
Φωνάζω τον σκύλο.
Δεν με βλέπει.
Επικοινωνούμε μόνο με την ακοή.

Οι άνθρωποι επιτείνουν τη μοναξιά μου.
Τίποτα δεν μπορεί να αποφευχθεί.

Εξαντλώ την ύπαρξη
πριν εκείνη μ’ εξαντλήσει.


[Φιλοξενήθηκαν στη λογοτεχνική σελίδα: ennepe-moussa]

Σύντομα


Γι’ αυτό κυκλοφορώ μόνος.
Μη χαθώ και με ψάχνουν.
 
*
 
Αγνόησα το κόκκινο φανάρι.
Χρειάζομαι το ριψοκίνδυνο της στιγμής
περισσότερο από οτιδήποτε.
 
*
 
Μεσημεριανό γεύμα σ’ ένα άδειο από τύψεις τραπέζι.
Πιο σκληρό από κουκούτσι ελιάς
το βέβαιο μιας ακόμα ημέρας που τελειώνει.
 
*
 
Χνούδια στον αέρα
από πλατάνια και λεύκες.
 
Ο χαρτοπόλεμος της άνοιξης.
 
*
 
Ο κάμπος αλλάζει πάλι χρώμα.
Οι αλλαγές, σκέφτομαι,
δεν είναι πάντα για καλό.
 
*
 
Ένα ακόμα τσιγάρο.
Έτσι υπολογίζω πόσο έζησα
ή όχι
σ’ αυτόν τον κόσμο.
 
*
 
Γεράκια πάνω απ’ τις σκεπές.
Ακόμα αναρωτιέμαι ποιου αρπακτικού
είμαστε η λεία.
 
*
 
Ανθισμένος ύσσωπος –
πιο πολύ απ’ το άρωμα μού πηγαίνει
το βαθύ μωβ χρώμα του.
 
*
 
Τα άνθη της λαδανιάς τσαλακωμένα.
Ταπεινό και ακατάστατο βότανο.
 
*
 
Αποτσίγαρο πάνω σε πευκοβελόνες.
Είναι εμπρησμός το τέλος κάθε απόλαυσης.
 
*
 
Μοναχικό χελιδόνι.
Το ασπρόμαυρο ένδυμα είναι επίσημο
και πάντα απόμακρο.
 
Όπως η μοναξιά.
 
*
 
Όσες πέτρες κι αν σηκώσω
μία αρκεί να μου διαλύσει το κεφάλι.
 
*
 
Ούτε γελάω, ούτε θλίβομαι με όσα συμβαίνουν.
Γυρίζω σαν την άδικη κατάρα να μην σκέφτομαι.
 
*
 
Η σκέψη είναι ανοιξιάτικο λουλούδι.
Πριν ξεραθεί, σε μαραίνει.

[Φιλοξενήθηκαν στη λογοτεχνική σελίδα thraca.gr]

Για τον καθένα


Νυχτερινή πορεία
ανάμεσα από αμπέλια
και δέντρα καρποφόρα

Αιώνες περιπλάνησης
για να επιστρέψεις
στον τόπο
όπου ένιωσες πρώτα
το μάταιο της ύπαρξης

Αργεί να ξυπνήσει το χώμα
που σκέπασε τον Ζαχαρία
και τον Αβεσσαλώμ

Ίδιοι άνθρωποι παντού

οὐκ ἔστιν ἐν τῷ στόματι αὐτῶν ἀλήθεια,
ἡ καρδία αὐτῶν ματαία

Υπήρξε μονάχα
το Όρος των Ελαιών

κι ένας λυγμός
ν’ ανθίζει μες στα δάκρυα

***

Ζήτησα λίγο απ’ το Πάθος
να κλάψω εγώ για τον καθένα σας

Άλλωστε, πάντα υπάρχει κάτι
που αδυνατούμε να αγγίξουμε

Δεν είναι μυστήριο – 
παρά δρόμος απροσπέλαστος

Χάθηκα
δίχως ν’ απολαύσω

Δεν υπάρχει ίχνος ρομαντισμού στην γραφή


Όπως δεν θα μάθουμε ποτέ το γιατί του κόσμου, έτσι και με το γιατί της ποίησης. Είναι ερωτήματα που μας ξεπερνούν. Πολλά θα μπορούσε να πει κανείς. Κι ακριβώς επειδή μπορούν να λεχθούν πολλά, το ερώτημα καθίσταται ανούσιο. «Γράφω γιατί δεν μου αρκεί η εμπειρία μου», αναφέρω κάπου. Ή «γράφω για να μ’ ακούσω μέσα μου». Ποιος ξέρει;

Σε μία εποχή γεμάτη ορισμούς και ακαδημαϊκές ερμηνείες, παραμένω δύσπιστος στα περί λογοτεχνίας και τέχνης. Ούτε είμαι σίγουρος αν η μελέτη βοηθά στην κατάκτηση κάποιου ύφους. Κάποτε η ανάγνωση δεν μας επιτρέπει να ζήσουμε. Ζούμε έναν κόσμο μεθερμηνευμένο.

***

Δεν έχω ιδέα πως συντίθεται η ποίηση. Πάντως, η έκπληξη παραμένει βασικό συστατικό. Όπως δεν είμαι σίγουρος αν μπορεί να υπάρξει ποιητής χωρίς εμμονές. Μέσα από εμμονές κατακτάται – αν κατακτάται– η όποια ιδιοφωνία. Πάντως, ελάχιστα με αφορά μία ποίηση που δεν είναι στοχασμός. Νιώθω ότι δεν έχουμε τόσο ανάγκη στίχων, όσο αναστοχασμού. Η ποίηση θα μπορούσε να είναι το απαραίτητο μεταφυσικό στοιχείο της τσακισμένης μας λογικής.

***

Δεν υπάρχει ίχνος ρομαντισμού στην γραφή. Εκεί μέσα κλείνουμε διαταραχές, φόβους, διαψεύσεις, ανικανότητες, μπορεί και μια ζωή που δεν ζήσαμε. Κλείνουμε όμως αναπόφευκτα και μνήμη. Ένα παιχνίδι κάλυψης-απόκρυψης και την ίδια στιγμή ένα πεδίο έκθεσης, όπου πάντα θα υποβόσκει η ματαιοδοξία και ο ναρκισσισμός. Κανείς δεν μπορεί να τα αποφύγει.

***

Η ποίηση είναι φαινόμενο τοπικό. Όπως ο δημοτικός στίχος και τα τραγούδια μας. Μου είναι αδιάφορη η ποίηση που υποδύεται την παγκόσμια, όπως και ο στίχος που παίρνει το ύφος του πολιτικά ορθού, του ανθρωπιστή ή του ερωτιάρη. Δεν βρίσκω τίποτα το ερωτικό στην ερωτική ποίηση.

Νιώθω ότι η αλήθεια του στίχου εντοπίζεται στις ιδιαίτερες ρίζες του καθενός. Γράφω ακριβώς γιατί μιλώ την γλώσσα του τόπου μου. Σκέφτομαι μέσα από την γεωμορφολογία της ιδιαίτερης πατρίδας μου.

Ούτε ξέρω αν μπορεί να υπάρχει ψυχή στο σώμα μιας ποίησης αποκομμένης από το ποιητικό της παρελθόν. Δεν αναφέρομαι τόσο στη μελέτη του λογοτεχνικού παρελθόντος, όσο στο ακόνισμα της προσωπικής διαίσθησης. Στην εξοικείωση με τα στοιχεία που προϋπήρξαν. Υπάρχει κάτι συλλογικό στην προσωπική γραφή του καθενός. Εκεί οφείλουμε να στραφούμε.

Πιστεύω σε μία γενιά ποιητών, σε μία γενιά συγγραφέων που θα επιστρέψει για να εκφράσει ξανά τον τόπο της. Να μιλήσει για το χώμα που την έθρεψε και τους ανθρώπους που έχουν φύγει για πάντα.


[Δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο GRTimes]

Φωνές με υγρασία


i
.
 
Κάθε που αλλάζει ο καιρός, οι πόνοι πίσω αριστερά
θυμίζουν προορισμούς που αρνήθηκα
 
Συχνά ονοματίζω ανάποδα ανθρώπους και πράγματα
σα να μην μπορεί να γίνει αλλιώς
 
Θέλω να πω, ποτέ δεν είμαι σίγουρος ότι υπήρξα πραγματικά ή
ότι χρωστάω στη μάνα που γεννήθηκα
 
 
ii.
 
Εσπερινός στην Παναγία Χαλκέων:
βλέμματα αλλοδαπά
πρόσωπα ανθρώπων διαλυμένα
 
Τσιγάρο αναμμένο απ’ την ανάποδη ―
Νεκρή η Κυριακή κάτω απ’ τα πόδια μας
 
 
iii.
 
Μεσάνυχτα με ζακέτα στους ώμους
ο Frank Morgan στο σαξόφωνο
λίγο μετά
η φωνή της Macy Gray
 
Λατρεύω τις φωνές με υγρασία.
Νοσταλγώ μια εποχή που δεν έζησα.


[Φιλοξενήθηκε στον ιστότοπο Culture Book]