Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ερωτήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ερωτήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Media Luz


Όταν όλοι πενθούν
ή γιορτάζουν 
επιλέγω την απομόνωση

Βρίσκω εύκολα μια σκιά
να με παρηγορήσει

Δεν αναζητώ νέους τόπους
Επιστρέφω σ’ εκείνους
που συνομιλώ καιρό

Με εντοπίζω τα πρωινά
με χάνω τα απογεύματα

Παλεύω
με τον χειμώνα μέσα μου

Βλέπω τον χρόνο
στις φυσιογνωμίες των ανθρώπων

Μιλώ μονάχα
για εκείνα που αγνοώ

Χαμογελώ 
όταν όλοι πενθούν
ή γιορτάζουν
δίχως ν’ αναπνέω

Ο διάλογος
υπονομεύει τα ανθρώπινα

Δεν έχει συμφωνώ ή διαφωνώ
Έχει σ’ ακολουθώ ή 
φεύγω μόνος

Σύντομα


το σώμα επιχειρεί να μου διδάξει το θαύμα της αναβλητικότητας, λες κι ο κόσμος τελειώνει από στιγμή σε στιγμή

~

συχνά δεν είμαι παρά ένας οφθαλμός που βλέπει μέσα από το δέρμα

~

το απόκοσμο της γεύσης τσακισμένου αμύγδαλου απ’ τα χέρια της μάνας

~

ιεροπραξία η αφέλεια στις πρωινές μου κινήσεις

~

μια μπύρα νωρίς το βράδυ κι ένα μισοκαπνισμένο τσιγάρο φέρουν κάποιο πολύτιμο νόημα που αδυνατώ να ερμηνεύσω

~

το μυοκάρδιο, όργανο εύθραυστο κι αιφνιδιαστικό — παύει κάποτε και παύουν όλα

~

διαπρέπω στην απουσία μου

~

ο πολιτισμός του να βρίσκεσαι, διατηρώντας πάντα τις απαραίτητες αποστάσεις

~

να σωθείς από τί; και γιατί;

Ένα οποιοδήποτε τέλος


Ο “συγγραφέας” είναι μία ιδιότητα που μοιάζει να πολλαπλασιάζεται στον καιρό μας. Αγνοώ, ωστόσο, τι μπορεί να σημαίνει ο όρος “πνευματικός άνθρωπος”. Πάντως, ο ρόλος του συγγραφέα δεν θα έπρεπε να διαφέρει από τον ρόλο του καθενός μας. Παρόλο που παραμένει ο «παλμογράφος» της εποχής, χωρίς υστεροβουλίες, περιττούς φόβους και εκπτώσεις. Ο συγγραφέας οφείλει να παραμείνει ον ανένταχτο και αντι-εξουσιαστικό.

***

Κάθε εποχή εισάγει τους δικούς της τρόπους να υπάρξει ή να καταστραφεί. Δεν είμαι σίγουρος αν το βιβλίο ή η ανάγνωση σελίδων εισφέρουν σ’ αυτό που με ευκολία ονομάζουμε «πολιτισμό». Όπως δεν είμαι σίγουρος αν η ανάγνωση καλλιεργεί ή όχι την ανθρώπινη προσωπικότητα. Η ποίηση δεν έχει ανάγκη εδάφους. Είναι μία διαρκής διαδικασία χωρίς αρχή και τέλος. Το ζητούμενο είναι ίσως να προσεγγίσουμε μία ποιητικότητα που δεν έχει ανάγκη βιβλίων, αναγνωστικού κοινού, χαμένου ή κερδισμένου εδάφους.

***

Καλώς ή κακώς, δεν έχουν όλα στη ζωή αίσιο τέλος. Μου φτάνει όμως που έχουν ένα τέλος. Ένα οποιοδήποτε τέλος. Μου αρκεί που όλα κάποτε τελειώνουν. Στα κείμενά μου υπάρχει το τετελεσμένο. Από εκεί κι έπειτα, μου είναι αδιάφορο αν είναι αίσιο ή όχι. Κι ούτε γνωρίζω αν υπάρχει αίσιο τέλος σε οτιδήποτε.

[Συνέντευξη που δημοσιεύθηκε στο πολιτιστικό περιοδικό kulturosupa.gr]

Δεν υπάρχει ίχνος ρομαντισμού στην γραφή


Όπως δεν θα μάθουμε ποτέ το γιατί του κόσμου, έτσι και με το γιατί της ποίησης. Είναι ερωτήματα που μας ξεπερνούν. Πολλά θα μπορούσε να πει κανείς. Κι ακριβώς επειδή μπορούν να λεχθούν πολλά, το ερώτημα καθίσταται ανούσιο. «Γράφω γιατί δεν μου αρκεί η εμπειρία μου», αναφέρω κάπου. Ή «γράφω για να μ’ ακούσω μέσα μου». Ποιος ξέρει;

Σε μία εποχή γεμάτη ορισμούς και ακαδημαϊκές ερμηνείες, παραμένω δύσπιστος στα περί λογοτεχνίας και τέχνης. Ούτε είμαι σίγουρος αν η μελέτη βοηθά στην κατάκτηση κάποιου ύφους. Κάποτε η ανάγνωση δεν μας επιτρέπει να ζήσουμε. Ζούμε έναν κόσμο μεθερμηνευμένο.

***

Δεν έχω ιδέα πως συντίθεται η ποίηση. Πάντως, η έκπληξη παραμένει βασικό συστατικό. Όπως δεν είμαι σίγουρος αν μπορεί να υπάρξει ποιητής χωρίς εμμονές. Μέσα από εμμονές κατακτάται – αν κατακτάται– η όποια ιδιοφωνία. Πάντως, ελάχιστα με αφορά μία ποίηση που δεν είναι στοχασμός. Νιώθω ότι δεν έχουμε τόσο ανάγκη στίχων, όσο αναστοχασμού. Η ποίηση θα μπορούσε να είναι το απαραίτητο μεταφυσικό στοιχείο της τσακισμένης μας λογικής.

***

Δεν υπάρχει ίχνος ρομαντισμού στην γραφή. Εκεί μέσα κλείνουμε διαταραχές, φόβους, διαψεύσεις, ανικανότητες, μπορεί και μια ζωή που δεν ζήσαμε. Κλείνουμε όμως αναπόφευκτα και μνήμη. Ένα παιχνίδι κάλυψης-απόκρυψης και την ίδια στιγμή ένα πεδίο έκθεσης, όπου πάντα θα υποβόσκει η ματαιοδοξία και ο ναρκισσισμός. Κανείς δεν μπορεί να τα αποφύγει.

***

Η ποίηση είναι φαινόμενο τοπικό. Όπως ο δημοτικός στίχος και τα τραγούδια μας. Μου είναι αδιάφορη η ποίηση που υποδύεται την παγκόσμια, όπως και ο στίχος που παίρνει το ύφος του πολιτικά ορθού, του ανθρωπιστή ή του ερωτιάρη. Δεν βρίσκω τίποτα το ερωτικό στην ερωτική ποίηση.

Νιώθω ότι η αλήθεια του στίχου εντοπίζεται στις ιδιαίτερες ρίζες του καθενός. Γράφω ακριβώς γιατί μιλώ την γλώσσα του τόπου μου. Σκέφτομαι μέσα από την γεωμορφολογία της ιδιαίτερης πατρίδας μου.

Ούτε ξέρω αν μπορεί να υπάρχει ψυχή στο σώμα μιας ποίησης αποκομμένης από το ποιητικό της παρελθόν. Δεν αναφέρομαι τόσο στη μελέτη του λογοτεχνικού παρελθόντος, όσο στο ακόνισμα της προσωπικής διαίσθησης. Στην εξοικείωση με τα στοιχεία που προϋπήρξαν. Υπάρχει κάτι συλλογικό στην προσωπική γραφή του καθενός. Εκεί οφείλουμε να στραφούμε.

Πιστεύω σε μία γενιά ποιητών, σε μία γενιά συγγραφέων που θα επιστρέψει για να εκφράσει ξανά τον τόπο της. Να μιλήσει για το χώμα που την έθρεψε και τους ανθρώπους που έχουν φύγει για πάντα.


[Δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο GRTimes]

Σήμερα ζούμε με αναβιώσεις


Ο πολιτισμός συνέβη μία φορά. Σήμερα ζούμε με αναβιώσεις. Η χώρα που κάποτε τον γέννησε, οφείλει να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της στο σήμερα. Όλα βρίσκονται σε μία μεγάλη και βασανιστική αναμονή.

***

Καλλιτέχνης: Η πιο τραυματική περίπτωση έννοιας σ’ αυτόν τον τόπο. Ευαισθησία πάει να πει λεπτοφυής πρόσληψη ερεθισμάτων. Πριν το αύριο, υπάρχει το σήμερα. Στο σήμερα χάνονται οι μάχες. Το αύριο είναι ήδη αργά.

[Συνέντευξη που δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό PolisMagazino]


Αν ήμασταν αρχαίοι



[απολίθωμα
από κάποια άγνωστη εποχή
των παγετώνων]

η γη
μονάχα αμφιβολίες
και άγνοια:
ούτε το έδαφος μίλησε
ούτε το υπέδαφος

ίσως αν ήμασταν αρχαίοι
ενός τάδε πολιτισμού
στη μέση του Ειρηνικού
ή στις τούνδρες του βορρά,
στα τραγούδια μας
θα ’χαμε κρύψει την αλήθεια

για μια γη
που όλο μιλά
κι όλο σωπαίνει
και λέμε «είν’ ο Θεός»
και δεν είναι κανείς −
λέμε «γνωρίζω τα βουνά
και τις θάλασσες»
και κλαίμε γιατί ήρθαμε
για να μην φύγουμε μόνοι

κι η γεωλογία ένα ψέμα
η χημεία, η φυσική
η ανθρωπολογία
ψέμα μες στο ψέμα
κι ούτε η σφαίρα του πλανήτη
αληθής

και τα νερά;
πώς ήρθαν τα νερά;
και η ζωή;
γιατί να είναι ζωή
και όχι ανάσταση;

Ο θάνατος είναι το μόνο παιχνίδι που μας συγκινεί | Οκτάβιο Πας


Σας αρέσει να συναντάτε ανθρώπους που δεν γνωρίζετε;

«Μου αρέσουν οι συναντήσεις με τους ανθρώπους γενικότερα. Δεν μπορώ την τηλεφωνική επαφή π.χ., με απωθεί. Ακόμη προσπαθώ να γράφω με μολύβι. Σκέφτεται αλλιώς ένας άνθρωπος που γράφει με μολύβι. Και οι παλιοί λογιστές που έκαναν λογαριασμούς με το χέρι στο χαρτί είχαν άλλη εντύπωση για την αξία του χρήματος!». (χαμογελάει)

Είναι απειλή η τεχνολογία, αυτή η επίθεση της τεχνολογίας;

«Τίποτε δεν μπορεί να απειλήσει τον άνθρωπο, την ανθρώπινη ψυχή. Η μόνη απειλή του ανθρώπου είναι ο ίδιος ο άνθρωπος. Άρα η τεχνολογία ως τεχνολογία δεν μπορεί να κάνει κακό. Κακό κάνει γιατί ο ίδιος ο άνθρωπος τη χρησιμοποιεί εναντίον του».

Γιατί τη χρησιμοποιεί εναντίον του;

«Προσπαθεί να πετύχει ο άνθρωπος μέσω της τεχνολογίας πράγματα που είναι αδύνατον να πετύχει ως ανθρώπινη οντότητα. Π.χ., να αναπτύξει ταχύτητες που δεν μπορεί να παρακολουθήσει το ανθρώπινο μυαλό. Αυτό οδηγεί τον άνθρωπο σε μια ασάφεια. Όσο πιο μεγάλη ταχύτητα αναπτύσσουμε τόσο χάνουμε την όρασή μας! Δεν βλέπουμε τα “κοντινά”, μόνο τα “μακρινά” διακρίνουμε. Και αυτό μας κάνει να ζούμε με τα “μακρινά” χάνοντας το παρόν, που είναι το ζητούμενο, που είναι η ζωή, που είναι η γέφυρα με το μέλλον. Εν ονόματι του μέλλοντος, να ξέρετε, έγιναν εγκλήματα στη σύγχρονη ιστορία».

Όπως;

«Αυτό επικαλείτο ο σταλινισμός: μια καλύτερη ζωή και θυσίες σήμερα για ένα καλύτερο μέλλον. Μια φοβερή απάτη που οδήγησε εκατομμύρια ψυχές σε πρόωρο θάνατο!».

Πώς καλυτερεύει τελικώς η ζωή, αν καλυτερεύει, αν υπάρχει ελπίδα;

«Η πρόοδος έχει να κάνει με το “κάθε ημέρα”. Όταν ζούμε την ποιότητα στην καθημερινή μας ζωή, αυτό προμηνύει ένα καλύτερο αύριο! Γι’ αυτό επιδιώκω τις συναντήσεις με τους ανθρώπους. Αυτό είναι ποιότητα ζωής: η καθημερινή επαφή με τους ανθρώπους».

Τα όντα και τα πράγματα μόνα


Τα όντα, όταν τ’ αφήνουμε μόνα τους, πώς είναι; Τί κάνουν όταν παύουμε να τα πασπατεύουμε, να τα γαργαλάμε, να τα δαγκώνουμε; Όταν είναι μόνα τους μες στη σαπουνάδα τους ή στις λάσπες της νύχτας; Τα πράγματα, όταν δεν τα χώνουμε ανάμεσα στα πόδια μας, όταν δεν τ’ ανοίγουμε, δεν τα κλείνουμε, δεν τα φοράμε και περιμένουμε, δεν τα γδυνόμαστε και περιμένουμε, όταν δε σχεδιάζουμε Σαββατοκύριακο, βόλτα, όραμα, επίδειξη∙ όταν το χιόνι δεν έχει πατηθεί απ’ τον αγαπημένο σκύλο, οι γλάστρες με τα παράθυρα της ψυχής μας κλειστά για πάντα, πώς είναι; Πώς είναι ο κόσμος όταν λείπουμε;

[Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Ενάντιος Έρωτας, 1982]