Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Απάντηση στην επικαιρότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Απάντηση στην επικαιρότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Μοιρασμένο φως


Τρίτη απόγευμα με καφέ στο μπαλκόνι, τον χειμαρρώδη λόγο της Μήτσορα στη “Σκόρπια Δύναμη” απ’  τις εκδόσεις Οδυσσέας του ’82, παραδίπλα η ταλαιπωρημένη απ’ το φετινό κρύο αλόη μαζί με μια γλάστρα ροζέ κυκλάμινα εισαγωγής, ο ακατανόητος ήχος της γειτονιάς όπως αντηχεί στα τσιμέντα, τα κλειστά μαγαζιά της Δελφών και της Σόλωνος, το σκήνωμα μιας πόλης που παρέμεινε τραγική επαρχία, η παρούσα και η μέλλουσα κρίση ανθρώπων, χρημάτων, περιβάλλοντος, το παραμύθι ενός πάντα επικείμενου πολέμου που σκιάζει τον κατ’ εξακολούθηση πόλεμο της καθημερινότητας, οι νεκροί μας και οι εναπομείναντες ζωντανοί, η είδηση αυτοχειρίας φοιτητή στην Πάτρα, η αυτιστική δικαιοσύνη των καταφρονεμένων, η από αιώνων τυραννία των εξουσιών, η μοναξιά που έγινε συνήθεια, ο κακοφορμισμένος εγκλεισμός εαυτού και αλλήλων, οι σκέψεις σου μες στις δικές μου σκέψεις, το μοιρασμένο φως και το αδιαίρετο σκοτάδι, η Ελλάδα που πορεύεται από χειμώνα σε χειμώνα κι ένα τσιγάρο που κάηκε στα δάχτυλα πριν προλάβω να φυλακίσω λίγο απ’ τον καπνό του στα σωθικά μου

Απολογισμός


Ιανουάριος. Κάθε που ο Πεντζίκης μιλά για τον θάνατο, ο θάνατος δεν υπάρχει. Δεν είναι λέξεις ο κόσμος, ούτε αριθμοί. Είναι το βλέμμα του ένθεου μπροστά στο πεπερασμένο.

Φεβρουάριος. Εγκατάλειψη με τη μορφή ανθρώπου. Θυμίζω παιδιά που πηγαινοφέρνουν τις πληγές τους. Το σώμα είναι το πουθενά. Ό,τι ακινητεί, μόνο αυτό υπάρχει.

Μάρτιος. Στενά μπαλκόνια υποδύονται την ύπαιθρο. Αστική μανιοκατάθλιψη. Εγκέλαδος. Η Σελήνη πάνω απ’ τον κάμπο ένα αδέσποτο θηλυκό σκυλί. Πονάς δίχως πόνο. 

Απρίλιος. Malleus Maleficarum. Οι μέρες που πέρασαν θα είχαν νόημα μόνο αν τις έβαζα φωτιά. Δεν είναι αγαθό η υγεία. Είναι λάφυρο πολέμου.

Μάιος. Ίδια η νευροτοξίνη της ζωής μ’ εκείνη απ’ τα δόντια σφήκας. Πεινάς και κρύβεις τα χέρια σου. Δεν στερούμαστε νοήματος. Στερούμαστε ζωής.

Ιούνιος. Όλα συντελούνται υπό σκιά και ποιος θα βρεθεί να το αμφισβητήσει. Παρακμάζουμε υποδυόμενοι τους αισιόδοξους. Θύματα όλοι της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης.

Ιούλιος. Ο τόπος εξαντλείται. Οι πόλεις, τσιμεντένια πτώματα. Ό,τι βλέπεις δεν είναι παρά αυτό που βλέπεις. Οι λέξεις, όταν τακτοποιούνται προσεκτικά, ενοχλούν.

Αύγουστος. Υπάρχει κάτι τετελεσμένο και αδιόρθωτο στις πράξεις μας. Οι απελπισμένοι γνωρίζουν μια αλήθεια άγνωστη στους καθησυχασμένους.

Σεπτέμβριος. Ονειρεύομαι τα βουνά της πατρίδας. Δεν μένουν πολλά να κατακτήσω, παρά μία όραση πιο στρογγυλή. Λιγοστεύουμε μαζί με το καλοκαίρι.

Οκτώβριος. Συλλέγεις αναμνήσεις, μέχρι να σε γονατίσει το βάρος τους. Τις περισσότερες φορές η ενηλικίωση διαρκεί ως τον θάνατο. Η πατρίδα αν δεν σε πονά, δεν είναι πατρίδα.

Νοέμβριος. Χειμωνιάζει και στριμώχνομαι. Εκείνος που μιλά, συνήθως ψεύδεται. Δεν είναι χάδι ούτε πόνος η εμπειρία. Είναι ένα άγνωστο που όλο βαθαίνει.

Δεκέμβριος. Το τσιγάρο κάηκε ανέλπιστα γρήγορα. Νιώθω μια λύπη όταν τελειώνει. Οι ποιητές πεθαίνουν περισσότερο απ’ όλους. Ό,τι μας αφανίζει είναι η σωτηρία μας.

Ασεβείας γραφή


Και υποπέσαμε ξανά στην ευκολία μιας προ αιώνων πολεμικής εναντίον της Ορθόδοξης Λατρείας. Ίσως τελικά ένας από τους ρόλους της Εκκλησίας (καταχρηστικά αναφέρονται ως εκκλησία μόνο οι ρασοφόροι) είναι να δέχεται ανηλεώς τα πυρά του κοινωνικού σώματος, εν είδει εκτόνωσης.

Ενός κοινωνικού σώματος που άλλοτε λογίζεται ένθεο κι άλλοτε άθεο, λες και η προγονική λατρεία εκφράζεται με υποκειμενικά κριτήρια και αφορά μεμονωμένα άτομα και άκαπνες ιδιωτικές ζωές.

Πάντως, τους τελευταίους μήνες, η αποδόμηση των τυπικών της Ορθόδοξης Λατρείας από μερίδα ψευδο-προοδευτικών και ορισμένων μέσων ενημέρωσης –με πρόσχημα την υγειονομική κρίση– δεν έχει προηγούμενο. Γεγονός μάλλον αδιανόητο στο παρελθόν.

Όχι γιατί σήμερα πορευόμαστε προς έναν όλο και πιο εκλογικευμένο εκσυγχρονισμό, αλλά γιατί κάποτε τα συστατικά μιας κάποιας ετερότητας υπήρξαν ιερά και αδιαπραγμάτευτα.

Είναι γνωστή η στάση των πρώτων Ελλήνων απέναντι στη βλασφημία και την εξύβριση των Θείων. Αποτέλεσμα όμως της Ύβρεως είναι η Άτις, όπου μέσα στην θολούρα της περισπούδαστης αλαζονείας μας, εκφραζόμαστε με περισσό θράσος. Το σχήμα συμπληρώνει η Νέμεσις και η Τίσις, γεγονός αδιάφορο για τους νεοέλληνες.

Μπορεί με τα δεδομένα του σήμερα να φαντάζει ακραίο, αλλά η διακωμώδηση, η εξύβριση και η αμφισβήτηση του Θείου και των ιερών τελετών που το περιβάλλουν απαγορευόταν δία νόμου, επιφέροντας σε πολλές περιπτώσεις εξορία και θάνατο. Χαρακτηριστική η περίπτωση του Θεσσαλού βασιλιά, Ερυσίχθονα, ή του Λαοκόωντα που τον έζωσαν τα φίδια.

Ακόμα και η «κοινολογία» των μυστηρίων θεωρούνταν απαράβατη. Φιλόσοφοι και ιστορικοί της αρχαιότητας δεν τολμούν να κάνουν την παραμικρή αναφορά στην ιερότητα των μυστηρίων, ενώ οι μετέπειτα θεολόγοι υποστηρίζουν αδιαπραγμάτευτα την ύπαρξή τους.

Σήμερα, τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά, καθώς ουκ ολίγοι κερδίζουν μεροκάματο ή στήνουν το κοινωνικό τους προφίλ, περιφρονώντας ή ξεφτιλίζοντας την λατρευτική παράδοση του τόπου. Φαίνεται, ως εκεί τους επιτρέπει η όποια συνείδηση τους απέμεινε.

Οι «υπερασπιστές» των ιδιαιτεροτήτων βάλλονται εναντίον της εγχώριας ιδιαιτερότητας, γιατί, λένε, ενισχύει τον σωβινισμό και την μισαλλοδοξία. Ιεροποιούν ό,τι τους βολεύει και αποκαθηλώνουν παραδόσεις αιώνων, γιατί οι «άνθρωποι εξελίσσονται» και οτιδήποτε αντίκειται στην πολυπόθητη εξέλιξη είναι εξόχως επικίνδυνο και καταχρηστικό.

Εποχή βαθιάς περισυλλογής και προστασίας όσων μπορούν ακόμα να προστατευθούν. Γιατί, μπροστά στον ειδησεογραφικό ορυμαγδό της υγειονομικής παραφροσύνης, γινόμαστε εκών άκων υβριστές και καταδότες, ξεφτιλίζοντας ό,τι απέμεινε από παρελθόν μαζί με την λατρευτική παράδοση των προγόνων. Γιατί ό,τι χλευάζεται, προμηνύει σκοτάδια που δεν τα έχουμε ακόμα φανταστεί.

Και κάτι τελευταίο. Το αγαθό της υγείας, είναι αποτέλεσμα τριών κρίσιμων παραμέτρων: της σωματικής, της ψυχοπνευματικής και της κοινωνικής μας ισορροπίας. Τίποτα από τα παραπάνω δεν είναι πια αυτονόητο. Ακριβώς γιατί όσα συμβαίνουν αφανίζουν κάθε ίχνος εδάφους, όπου θα μπορούσε κάπως να στεριώσει η πολύπαθη υγεία μας.
~
*Σημ.: “ασεβείας γραφή”, η περί προσβολής κατηγορία του λατρευτικού συναισθήματος κατά την ελληνική αρχαιότητα

[Δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό PolisMagazino]

Σήμερα ζούμε με αναβιώσεις


Ο πολιτισμός συνέβη μία φορά. Σήμερα ζούμε με αναβιώσεις. Η χώρα που κάποτε τον γέννησε, οφείλει να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της στο σήμερα. Όλα βρίσκονται σε μία μεγάλη και βασανιστική αναμονή.

***

Καλλιτέχνης: Η πιο τραυματική περίπτωση έννοιας σ’ αυτόν τον τόπο. Ευαισθησία πάει να πει λεπτοφυής πρόσληψη ερεθισμάτων. Πριν το αύριο, υπάρχει το σήμερα. Στο σήμερα χάνονται οι μάχες. Το αύριο είναι ήδη αργά.

[Συνέντευξη που δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό PolisMagazino]


Η πείνα είναι ήδη εδώ


Να διανύουμε τον 21ο αιώνα και να λιώνουμε από ανεργία, ανέχεια και φτώχεια. Πού έγκειται ακριβώς η ανθρώπινη πρόοδος;

Όλο και πληθαίνουν οι φωνές για επερχόμενη επισιτιστική κρίση. Αν και η πείνα είναι ήδη εδώ. Γιατί αν δεν είναι πείνα η κατανάλωση άθλιων προϊόντων, αν δεν είναι πείνα το σκοτάδι της ενημέρωσης, της ανύπαρκτης εγχώριας πολιτικής και του υποτιθέμενου πολιτισμού, τότε τί είναι;

Η αρχή όλων των δεινών είναι η κάθε είδους εξάρτηση. Και όσο κυριαρχεί η εξάρτηση, οι ελευθερίες θα συρρικνώνονται.

Μία κοινωνία που περιμένει επιδόματα για να ζήσει, είναι μία ξοφλημένη κοινωνία. Το επίδομα παραμένει η ύστατη και η πλέον επιτυχημένη μορφή εξάρτησης.

Αν δεν ανασύρουμε, όσο είναι ακόμα καιρός, την κακοποιημένη έννοια της αυτονομίας από το χρονοντούλαπο της ιστορίας και δεν αρχίσουμε να εφαρμόζουμε τις στοιχειώδεις αρχές της, τα δεινά όλο και θα γιγαντώνονται.

Ό,τι γίνεται, συμβαίνει ακριβώς για να παταχθεί κάθε είδος αυτονομίας, αυτοδιαχείρισης και αυτοπροσδιορισμού. Οι ελευθερίες υπήρξαν ανέκαθεν το πρόβλημα.

Αν δεν κλείσουμε τα αυτιά μας στα προστάγματα των εξουσιαστών και των πάσης φύσεως «ειδικών», αν δεν παράξουμε την τροφή μας, αν δεν γυρίσουμε την πλάτη στην ανθρωποφαγία των πόλεων, αν δεν θωρακίσουμε έστω την ύστατη στιγμή τις εναπομείνασες ελευθερίες μας, το παιχνίδι είναι χαμένο.

Λέω συχνά ότι ο φυλακισμένος δεν αυτοταΐζεται, τον ταΐζουν άλλοι. Από εκεί ξεκινά κάθε δεινό.


[Δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό PolisMagazino]

Μη μας χαρακτηρίσουν

Μπορεί η υγειονομική κρίση να μονοπωλεί εδώ και μήνες στα ΜΜΕ, ωστόσο τα μεγάλα ζητήματα παραμένουν: το δημογραφικό, η καλπάζουσα ανεργία, η επισιτιστική κρίση που πλησιάζει (αν δεν είναι ήδη εδώ), η διαρροή επιστημονικού δυναμικού (κοινώς brain-drain), η ερημοποίηση της ελληνικής υπαίθρου, η καταστροφή θαλάσσιου και χερσαίου φυσικού περιβάλλοντος μέσω φερώνυμων “πράσινων” και αειφόρων παρεμβάσεων, η ανυπόφορη παρακμή των πόλεων (ιδίως των δύο μεγάλων αστικών κέντρων Αθηνών και Θεσσαλονίκης), η κρίση στο Αιγαίο, στην Κύπρο, στα βόρεια σύνορά μας και στην Δυτική Θράκη (με την γείτονα χώρα και τις λυμαίνουσες μεγάλες δυνάμεις για ναυτικά μίλια και ορυκτό πλούτο), το μεταναστευτικό (αναφέρεται συχνά και ως “ανθρωπιστική κρίση”) και η ραγδαία ισλαμοποίηση.

Συνήθως, στρέφουμε το βλέμμα αλλού, μην αντέχοντας να αντικρίσουμε ό,τι μας καταπίνει. Μένουμε απράγμονες και καταπονημένοι μπροστά σε εξελίξεις που αδυνατούμε να ελέγξουμε. Και βουλιάζουμε στην εθνική μας μοναξιά, σε ένα υπαρξιακό τέλμα που παρασέρνει άτομα και συλλογικότητες.

Η εγχώρια ψευδο-πολιτική δεν είναι παρά μία υπόθεση από καιρό τελειωμένη, αφού ψευδο-ηγέτες και ψευδο-κινήματα πόρρω απέχουν από την διεκδίκηση εθνικών συμφερόντων. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο που ακούγεται όλο και πιο συχνά ο σκιώδης όρος «διεθνής παράγοντας».

Ακόμα και ο περιβόητος λαός δεν είναι πια παρά μία συγκεχυμένη και εξουθενωμένη ανθρωπομάζα χωρίς συνείδηση και όραμα. Ποια συνείδηση να περισώσεις μέσα στην ληστρική λαίλαπα ενός απάνθρωπου μορφώματος που ονομάζεται κράτος και ποιο όραμα, σε μία κοινωνία καταρρακωμένη από ανέχεια και εξαπάτηση.

Κι έτσι, συρρικνώνεται ο κρίσιμος αριθμός συμπολιτών που στοχάζεται και ενεργεί βάσει των αξιών της εθνικής ετερότητας, της αυτοδιάθεσης, της αυτονομίας, της αυτενέργειας και του αυτοπροσδιορισμού.

Πολλά είπαμε.  Μη μας χαρακτηρίσουν ηττοπαθείς, απαισιόδοξους και σοβινιστές. Άλλωστε, τί να μας κάνουν οι παραπάνω λεξούλες όταν μόλις και μετά βίας βγάζουμε τον μήνα ή όταν πνίγουμε τον πόνο μας μπροστά από οθόνες με φθηνό περιεχόμενο και κινδυνολογίες «ειδικών» που κατέκλεισαν κάθε εγκεφαλικό κύτταρο, στερώντας μας τα αγαθά της ελευθερίας, της χαράς και της απόλαυσης;

[Δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό PolisMagazino]


Ξενοδοχείο 9.58 | 7 Φλεβάρη 2018


Έμαθα να μετανιώνω· κι έμαθα να μην μετανιώνω που μετάνιωσα. Όπως έμαθα να μην δαιμονοποιώ γοητευτικές έννοιες όπως: θλίψη, αμαρτία, απαισιοδοξία, πτώση, άρνηση, μηδενισμός. Όλα, απαραίτητα συστατικά της ζωής μας. Απεχθάνομαι τον άκρατο θετικισμό, θεωρίες αισιοδοξίας, όνειρα, σκοπούς και αφελείς φράσεις όπως: «όλα είναι για καλό» ή ακόμα πιο αφελείς όπως: «θα τα καταφέρεις». Είναι φορές που δεν θέλω να καταφέρω τίποτα.

***

Αν υπάρχει κάτι που με γοητεύει στη λογοτεχνία και ιδιαίτερα στην ποίηση, είναι ο ίδιος ο λόγος και η δύναμη που εκπέμπει. Και όταν μιλώ για λόγο, μιλώ για προφορικότητα. Ο γραπτός λόγος υπάρχει σα να μην υπάρχει. Έχει ανάγκη τη φωνή σου για να υπάρξει κι ας επιμένουμε ότι τα γραπτά μένουν. Ο πολιτισμός αυτού του τόπου, παρά τον πλούτο της γραμματείας του, είναι πρωτίστως προφορικός. Πώς το έλεγε ο Χειμωνάς; «Στον εγκέφαλο δεν υπάρχει κέντρο της γραφής. Υπάρχει μόνο κέντρο του προφορικού λόγου… Στον προφορικό λόγο δεν έχουμε στίξη, έχουμε προσωδία, τονισμούς σχεδόν μουσικούς».

***

[καλεσμένος το βράδυ της Τετάρτης 7 Φλεβάρη 2018, στο “Ξενοδοχείο 9.58” της ΕΡΤ3 | στην υποδοχή, η Φωτεινή Μπαλογιάννη | ολόκληρη η εκπομπή εδώ]

Τελευταίο προπύργιο ιδιωτικότητας

Ο αυτοπροσδιορισμός και η αποδοχή του φύλου και της σεξουαλικότητας δεν είναι παρά μία χρονοβόρα, επίπονη και βαθιά υπαρξιακή διεργασία του κάθε ατόμου ξεχωριστά που συντελείται εντός των κοινωνικών δομών και δεν υπόκειται σε νομολογίες και κυβερνητικές αποφάσεις χάριν κάποιας φερώνυμης ελευθεριότητας, αποδοχής της διαφορετικότητας και καταπολέμησης του κοινωνικού ρατσισμού.

Η ανθρώπινη ύπαρξη, η ενηλικίωση και εν τέλει η κατάκτηση της ατομικής ταυτότητας είναι αναμφίβολα διαδικασίες οδυνηρές και η οδύνη δεν μπορεί να περιοριστεί ούτε να κρυφτεί πίσω από νόμους, διατάξεις και ηθικούς νεοτερισμούς. Ο πόνος της ενηλικίωσης και της αυτογνωσίας είναι το τίμημα να υπάρχει κανείς σε κοινωνίες ανθρώπων. Η κατάκτηση της ατομικής ταυτότητας είναι διαδικασία μοναχική που διαμορφώνεται κάθε στιγμή από την κοινωνία αλλά και τη διαμορφώνει.

Τουλάχιστον, οφείλαμε να υποψιαστούμε μία εξουσία που θέλει να «βάλει χέρι» (συνοδεία και των άλλων εξουσιαστών) στο τελευταίο προπύργιο ιδιωτικότητας που μας έχει απομείνει. Η καταστρατήγηση ξεκινά από τα συνεχώς πολλαπλασιαζόμενα κοινωνικά δίκτυα εγκαινιάζοντας ουσιαστικά την εποχή της μη ιδιωτικότητας για να θέσει οριστικό τέλος η «επίσημη» κοινοβουλευτική διευθέτηση.

Πόσοι ακόμα θεωρούν ότι οι κυβερνήσεις επιδιώκουν το κοινό καλό ή τρέφουν αγαστά αισθήματα για την κοινωνία και τα προβλήματά της; Στον καπιταλισμό δεν χωράει αγάπη και αποδοχή. Χωράνε μόνο σκοπιμότητες, περιχαράκωση και διαχείριση πληθυσμών και, βεβαίως, το κέρδος. Κέρδος ακόμα κι από την πολιτική εκμετάλλευσης του φύλου και της σεξουαλικότητας. Δεν κάνουν τίποτα για εμάς. Τους ίδιους εξυπηρετούν. Ό,τι βγαίνει προς τα έξω δεν είναι παρά μορφές καταστολής και αποπροσανατολισμού.

Εν ολίγοις, δεν έχουμε σίγουρα ανάγκη τους νόμους τους για να χαρούμε τη ζωή μας ως ετερόφυλοι, ομοφυλόφιλοι, αμφισεξουαλικοί, τρανς ή ό,τι άλλο. Ο αυτοπροσδιορισμός μας δεν αφορά κυβερνήσεις και πολιτικά όργανα. Άλλη μια φορά παίζουν με τα μυαλά και τις αντοχές της κοινωνίας. Σκοπός τους να διαλύσουν οριστικά τους εναπομείναντες κοινωνικούς ομοιοστατικούς μηχανισμούς. Τα χέρια της εξουσίας καλά θα κάνουν να παραμείνουν μακριά από την αναφαίρετη ανάγκη αυτοπροσδιορισμού μας.

Η ωρίμανση της κοινωνίας δεν περνά απαραιτήτως μέσα από το κοινοβούλιο. Το κοινοβούλιο δεν αντιπροσωπεύει απαραιτήτως την δημοκρατία και τη μορφή της πολιτείας μας. Το σύνολο σχεδόν των κοινοβουλευτικών εκπροσώπων ζουν σε άλλον κόσμο. Όχι στο δικό μας. Το παιχνίδι τους χοντραίνει. Και χοντραίνει επικίνδυνα.

Απολογισμός


δέκατα αρχές του έτους μη μου ξαναστείλεις ποτέ παράσταση καθώς ο ένας χωρισμός διαδέχεται τον άλλον κι η μνήμη μόνο πρόσθεση όπως το δάκρυ πριν την άνοιξη άχαρη ανάγκη ενδοσκόπησης και μια ψευδαίσθηση αυτογνωσίας

μεσημέρι στου Φιλοπάππου με τις Μικρές Κυκλάδες του Ελύτη αεργία θα πει βλέπω παντού μελλοθανάτους γοητεία Μαρτίου ρινορραγία θαυμασμός ένεκα απρόσμενης χιονόπτωσης κι αργότερα τα πρώτα τριζόνια ακάθιστος ύμνος συμφωνία για ρέκβιεμ του Μπέντζαμιν Μπριτέν όλο και λιγοστεύουμε

μαγιάτικη βροχή στην Ελασσόνα να με πάρεις απ’ το χέρι ιδρωμένοι να διασχίσουμε την Μεγάλου Αλεξάνδρου μ’ ένα καραφάκι τσίπουρο εσύ απ’ την Αυστραλία στον άλλον κόσμο προκυμαία Ραφήνας απέναντι Γυάρος, Σύρος κι Άνδρος εσπερινός στην αγιά-Θαλασσινή εἰ συγχρωτίζοιτο τοῖς νεκροῖς

μήνας στερνός του θέρους ήγουν απόλαυση μετά μελαγχολίας και ναρκισσισμού λαϊκή της Δευτέρας πανσέληνος Σεπτέμβρης στα λασπόνερα μια δεκαετία ζωής σαν τατουάζ στο χέρι του Δημήτρη

Αφροδίτη στον Αιγόκερω χαμομήλι και λουΐζα απ’ τα ορεινά της Μακεδονίας τρομαγμένα θηλαστικά κάτω απ’ τις φορτωμένες πορτοκαλιές της Βασιλέως Ηρακλείου σπασμένος κυνόδοντας θα γίνω σκληρός

περί τυφλότητας αρπακτικά με φτερά πάνω απ’ το ξερό του χειμώνα Όλυμπος όπως πατρίδα βρώμικος αέρας εθνικής οδού το παρολίγον γερασμένο πρόσωπο του πατέρα θυμήσου είπε η επιθυμία φέρει μέσα της θυμό λίγο πριν την εκπνοή ζήτησε ζωή και πρόταξε αρνήσεις


[εικόνα: Arthur Tress]

Να φάμε μέλλον, να χορτάσουμε

Όλα όσα πρέπει να ειπωθούν έχουν ήδη ειπωθεί,
αλλά μιας και κανένας δεν ακούει, πρέπει να γυρίζουμε συνεχώς πίσω
και να τα λέμε όλα ξανά από την αρχή
André Gide

Γιατί με κιτς ενεργοβόρα φωτάκια, κακόγουστα στολίδια, άθλιες κατασκευές σε πεζοδρόμους και πλατείες και ακριβοπληρωμένες συναυλίες ξεχασμένων άφωνων του παρελθόντος δεν στήνονται εορταστικά σκηνικά. Γιατί η ψευδαίσθηση της «χριστουγεννιάτικης» βιτρίνας, το σόπιν’ θέραπι της άχρηστης υπερκατανάλωσης, τα δυτικοφερμένα αγγλοτράγουδα και η μόνιμη επωδός «να ξεσκάσει μωρέ ο κόσμος, να χαρεί, να γελάσει λίγο το χειλάκι του» δεν υπήρξαν ποτέ στοιχεία ανόδου του συλλογικού δείκτη ευτυχίας. Θλιβερές αποφάσεις δήμων και εμπορικών συλλόγων στο βωμό της ευκαιριακής μόστρας και της πετυχημένης (απορώ ακόμα) συνταγής του θεαθήναι. Ένα κάλπικο περιτύλιγμα αρκετών τώρα δεκαετιών που αποκρύπτει (αν αποκρύπτει) ευκαιριακά για λίγες μόλις μέρες την μέσα μας θλίψη, την παρακμή, τα κοινωνικά αδιέξοδα, το τέρας της ανεργίας, το ακόμα μεγαλύτερο τέρας της μοναξιάς, της απόγνωσης, της φτώχειας, της εγκατάλειψης. Μια κακοστημένη αυταπάτη που σβήνει σοκαριστικά μόλις σβήσουν τα φωτάκια της και ξεχαρβαλωθούν σιδερένια σκηνικά, δεντράκια κι αγγελάκια. Πριν χρόνια, μύριζαν αλλιώς αυτές οι μέρες. Τώρα, η λέξη “παράδοση” μια αιμόφυρτη πόρνη που δεν μας συγκινεί πεταμένη στο κακόφημο πεζοδρόμιο του μέλλοντος. Άλλωστε, το κάναμε και σύνθημα: όχι πια παρελθόν, μόνο μέλλον. Να φάμε μέλλον, να χορτάσουμε. Κι ας κρύβει ακόμα αυτός ο τόπος στα σπλάχνα του λίγη από την αξιοπρεπή και λιτή αυθεντικότητα του παρελθόντος. Κάποια ψήγματα κατάνυξης μακριά από τα φωταγωγημένα πανηγύρια των πολλών.

Η δική μας έξοδος


Διανύουμε τις πρώτες ζεστές ημέρες του Ιούλη. Κάποια πρωινά, το φως του ήλιου είναι τόσο έντονο που με δυσκολία μπορείς να κρατήσεις τα μάτια σου ανοιχτά. Τα αφόρητα απ’ την κάψα μεσημέρια διαδέχονται την κατευναστική δροσιά της νύχτας. Πόσα και πόσα δεν έχουν γραφτεί για την ομορφιά του ελληνικού καλοκαιριού. Ακόμα κι η περιβόητη Ευρώπη, η κόρη του Αγήνορα και της Τηλέφασσας, καλοκαίρι φαίνεται να συνάντησε τον μεταμορφωμένο σε ταύρο Δία, απολαμβάνοντας την βόλτα της στην ελληνική εξοχή.

Δεν ξέρω τι συνέβαινε στο παρελθόν, αλλά πάνε πέντε σχεδόν χρόνια που οι εποχές γλιστρούν μέσα απ’ τα χέρια μας χωρίς να τις γευόμαστε. Λες και ηττηθήκαμε από την λαίλαπα της πολιτικής ασχήμιας και θεωρήσαμε ουσιώδη τα ανούσια και σημαντικά τα ασήμαντα. Ζαλισμένοι από σενάρια καταστροφής, το ενδιαφέρον μας στράφηκε στην κακεντρέχεια των διεθνών καταπιεστών, περιορίζοντας την έφεσή μας στην ομορφιά της ζωής.

Οι οθόνες κατακλείστηκαν από δύσμορφα πρόσωπα εκπροσώπων των ευρωπαϊκών κρατών που συνεδριάζουν για το μέλλον μας. Οι περισσότεροι μοιάζουν άνθρωποι αποκομμένοι απ’ τη ζωή, άψυχοι, σα να γεννήθηκαν γέροι μαζί με τα καθωσπρέπει ρούχα τους και τα χοντρά γυαλιά τους. Κι αναρωτιέμαι, ποιος τους διόρισε όλους αυτούς και τους έδωσε το δικαίωμα να καθορίζουν τις τύχες μας; Και για να μιλήσω πιο ανθρώπινα, ποιος από τους ευρωπαίους εταίρους μοιάζει να έχει νιώσει τον έρωτα, την ομορφιά των εποχών ή τις εσώτερες “διαπραγματεύσεις” των συναισθημάτων του;

Η Ευρώπη πάρθηκε μία φορά και προσφέρθηκε από τον πατέρα των θεών και των ανθρώπων πρωτίστως στους Έλληνες. Στο χέρι μας είναι να αντισταθούμε στον βίαιο εκπατρισμό της. Η δική μας έξοδος μπορεί να μην είναι από το ευρώ και την κοινή ευρωπαϊκή πολιτική, αλλά θα είναι σίγουρα από την κλειστοφοβία που προσπαθεί εντέχνως εδώ και χρόνια να μας επιβάλει η κακή, ψυχρή κι ανάποδη νοοτροπία των βορείων. Η υπεραξία αυτού του τόπου παραμένει η ομορφιά των εποχών και η ανάγκη μας να την ζήσουμε μέχρι τέλους. Ο δικός μας πλούτος δεν προσμετράται με χρηματοπιστωτικές μονάδες, στατιστικά νούμερα και grexit. Ο πλούτος μας εδράζει στην καρδιά μας και αντικατοπτρίζεται που και που στα μάτια μας και στο χαμόγελό μας!

Νυχτερινές Απουσίες #08


Θα έρθουν παιδιά και έφηβοι που θα είναι προορισμένοι για το Νέο Λόγο. Απλά, για το Λόγο. Για λέξεις που ποτέ δε διαπράχθηκαν, για νοήματα που ποτέ δεν ορθολογήθηκαν, για εικόνες που ποτέ δε μιλήθηκαν. Φοβηθείτε τους.

Γιώργος Χειμωνάς


Όλα τα φώτα αναμμένα. Στην άλλη μεριά της πλατείας τα κόκκινα γράμματα του Grand Hotel. Νεαρές πόρνες με τσιγάρο στο χέρι, φλούδες μανταρίνι στο περβάζι. Χριστουγεννιάτικο ντεκόρ αντί απεργία πείνας.

Αδρανώ όπως κατακτώ τα απόκρυφα σημεία του καιρού μου. Υποφέρω όπως ευχαριστιέμαι τον έρωτα ή ένα πιάτο ζεστό φαΐ. Το μέλλον δεν θα χαθεί ποτέ. Ζώντας, μόνο το παρόν έχουμε να χάσουμε. Κι εγώ μόνος ανασταίνω τον κόσμο μου.

Τα ρούχα δεν έχουν ψυχή. Μυρίζω άψυχο κορμί και ρούχο πενταετίας. Για εμάς τους απόκληρους της ζωής, τους υπερασπιστές άλλων ιδεών – ένα ολόκληρο απόγευμα περασμένο στο λαιμό. Σαν σταυρουδάκι, σαν αγχόνη από συνθετικό σχοινί.

Απόψε η φθορά θυμίζει γάτα που σκάβει στα σκουπίδια – σκυμμένος στο χάος του ορθολογισμού – νευρολογικές επιπλοκές στα δάχτυλα και τα μάτια. Να βγω, να πιω κάτι ζεστό, να σας συναντήσω. Κι ας τελειώνουν όλα στην απόλαυση. Οι φίλοι υπάρχουν για να χαθούν. Κι ο χρόνος για να καταγράφει απόντες.


[Δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό ΘΡΑΚΑ]
 

Νυχτερινές Απουσίες #07

στον Διαμαντή

Η βουή της πόλης σαν μια ενοχλητική γυναίκα που δεν ξέρει τι της φταίει. Μέρα νύχτα ο ίδιος χαβάς. Ανοίγω τα παράθυρα, κάνω να τινάξω τις κουβέρτες, ν’ απλώσω τα ρούχα στον ήλιο και ’κείνη απέναντι να με κοιτά με μάτια κόκκινα από το ξενύχτι. Χρόνια στο κουρμπέτι, ξέρει πότε θα έρθει πλάι μου να της κεράσω ποτό.

Η επαρχία επιβιώνει μόνη της. Στο πρόσωπό της η μελαγχολία του φρεσκοαπολυμένου. Συλλέγει τα χούγια της σε γυάλινες προθήκες ή τα στριμώχνει επιπόλαια μες σε ντουλάπες που μυρίζουν υγρασία. Με τα πολλά, παίρνω την απόφαση να τα μαζέψω και να την κάνω. Γυρίζω μέρες από ’δω κι από ’κει. Ό,τι μου δόθηκε, μια τρύπα χώρος κι ένα κάνε ό,τι νομίζεις. Ιδέα δεν έχω.

Μετά τις σπουδές, ο στρατός και αργότερα ένα καλοσυγυρισμένο τίποτα. Αγιοποιώ τα δάχτυλα των φίλων μου, τα βιβλία του Κροπότκιν, την επιμονή των αγριόχορτων. Τα πρωινά δεν βγαίνω από το σπίτι πριν τις δέκα. Μέχρι να ετοιμάσω πρωινό, να ψήσω καφέ, να αερίσω το δωμάτιο, μεσημέριασε. Ή συχνά για αλλαγή, σπάω ένα ρόδι. Βυζαίνω αργά τους γλυκόξινος σπόρους του και είμαι αλλιώς.

Θυμάμαι που και που τα παρδαλά μου ανοίγματα, τις ατακτοποίητες σκέψεις μου, τους άρρωστους που συνάντησα με εκείνο το κάνε πιο ’κει θα με κολλήσεις. Η ειλικρίνειά μου φταίει για όλα. Κατά τ’ άλλα, έφτασα όπου έφτασα με σκληρή τεμπελιά. Δεν είναι λίγο αν το σκεφτείς.

Οι άνθρωποί μου δεν υπάρχουν πια. Ή απομακρύνομαι ή απομακρύνονται. Άθεες ψυχές που όλο λένε θα φτιάξουν κι όλο μένουν στα λόγια. Τους ψάχνω, με ψάχνουν, κάνουμε πως δεν βλέπει ο ένας τον άλλον. Κάθε τόσο όλο και κάποιος περνάει από ’δω. Ανάβει τα καντήλια, καθαρίζει το προαύλιο. Οι άνθρωποί μου σκέφτονται γάμους και οικογένειες πολλών αστέρων. Κάνουν γαργάρα τα σ’ αγαπώ και τα σε θέλω. Ακροβατούν πάνω σε σαθρές συνήθειες και σωριάζονται αβοήθητοι στα χαμηλά.


[Δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό ΘΡΑΚΑ]

Κοιμήσου Περσεφόνη

Εμφανίζεται κατά καιρούς στους νεοέλληνες μια εμμονή με το παρελθόν τους και το αρχαίο κλέος ενός πολιτισμού, του οποίου μόλις και μετά βίας αντιλαμβάνονται τη σκιά του. Ίσως ούτε κι αυτή. Κι αν το καλοσκεφτείς, χωρίς την υστερία των μέσων ενημέρωσης και ιδιαίτερα του διαδικτύου δεν θα κινούταν στην κυριολεξία φύλλο.

Φαίνεται, αναζητούμε κάποιο νόημα στο απώτατο παρελθόν μας. Ηδονιζόμαστε, νιώθοντας απόγονοι τιμημένων προγόνων. Είναι όμως έτσι; Οι αρχαιολογικές έρευνες και τα ιερά ερείπια της χώρας δεν αρκούν για να αναστήσουν το δαιμόνιο του νεοέλληνα. Η όποια μανία υπεράσπισης του ιερού γένους και του αίματος, αμαυρώνει επικίνδυνα το σκηνικό, αποδοκιμάζοντας ουσιαστικά κάθε προσπάθεια παραγωγής σύγχρονου πολιτισμικού προϊόντος.

Η καλλιέργεια μιας εμμονικής εθνοπληξίας δεν είναι ίδιον απογόνων κάποιων πολιτισμένων ιθαγενών που έτυχε κάποτε να ζήσουν σε αυτά τα χώματα. Η εμμονική εθνοπληξία του σήμερα είναι ίδιον απεγνωσμένων όντων που αδυνατούν να προσεγγίσουν διακριτικά, μεθοδευμένα και κυρίως άνευ υστερίας το χθες, μένοντας εν τέλει επιεικώς ανίκανοι να προσεγγίσουν επαρκώς και το σήμερα.


[Δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό ΘΡΑΚΑ]

Κάτι θα γίνει. Δεν μπορεί...

Δε λέω πως δεν έχεις δίκιο να πικραίνεσαι.
Γέμισε ο τόπος σαλτιμπάγκους, που ξεπουλούν
στους πάγκους τους το μέλλον σου.
Γέμισε ο τόπος καταπατητές, που μεταμφιεσμένοι
σε σωτήρες ακολουθούν σαν τα σκυλιά τα βήματά σου.
Δε λέω πως δεν έχεις δίκιο να μπλοκάρεις.
Σου σερβίρουν σε κονσέρβες αποφάσεις που δε διάλεξες.
Ψάχνουν μεθοδικά να σε απελάσουν από την ψυχή σου.
Να κρεμάσουν τα σχέδιά σου ανάποδα, σαν νυχτερίδες,
στους πασσάλους που οριοθέτησαν τον ορίζοντά σου.

Δε λέω πως δεν έχεις δίκιο να φρικάρεις.
Όμως κρατήσου. Μην αφεθείς.
Τα πέντε πράγματα που κρύβεις μέσα σου, υπεράσπισέ τα.
Κάτι θα γίνει. Δεν μπορεί.
Η ζωή ποτέ δεν περιφρόνησε τους εραστές της.
Και κάτι άλλο. Ίσως πιο ποιητικό.
Φύτεψε άνθη στις ρωγμές της πίκρας σου.
Κι ύστερα βρες ένα μικρούλι ξέφωτο και κάθισε.
ν’ απολαύσεις τ’ άρωμά τους.
Α! Κι αν θέλεις μην ξεχάσεις πως υπάρχουν πάντα κάποιοι
που αξίζει να τους προσφέρεις ένα σου χρυσάνθεμο!

***

Αυτή πια η ανόητη προσμονή σου,
πως οι «άλλοι» κάποτε θ’ αλλάξουν.
Ξέχνα την, να χαρείς.
Οι «άλλοι» την έχουν καταβρεί στην πουπουλένια σου πλατούλα.
Εσύ ν’ αλλάξεις ρότα. Τώρα. Αν μπορείς.
Αν δεν μπορείς τουλάχιστον μη θορυβείς.
Έχεις ακούσει μήπως για τη μητέρα Τερέζα;
Καμία σχέση!


[Αλκυόνη Παπαδάκη, Ξεφυλλίζοντας τη σιωπή,
Εκδ. Καλέντης, 2004]

Ζητούνται άνθρωποι

Όχι απαραίτητα ετοιμόλογοι και σίγουρα όχι μικροπρεπείς. Ούτε και ‘κείνοι που έχουν πάντα κάτω από τη γλώσσα μιαν απάντηση. Χορτάσαμε πεπειραμένους και έμπειρους. Κι από εκείνους που έχουν μια γνώμη για τα πάντα. Μπουχτίσαμε από τενεκεδένια φερέφωνα κι ανέραστους υποτακτικούς και ακολούθους. Αηδιάσαμε από σικέ πολιτευόμενους και μικροαστούς ηγεμονίσκους. Από ξινούς εργατοπατέρες, καλοζωισμένους νεόπλουτους, αυθάδεις διορισμένους και δουλοπρεπείς υπαλλήλους. Ντραπήκαμε για λογαριασμό εκείνων που δήλωναν αρμόδιοι και υπόσχονταν ένα μέλλον όπου θα μας χωρά όλους. Αγανακτήσαμε μ’ εκείνους που φαίνονταν ώριμοι, ικανοί, σπουδαγμένοι, ετοιμοπόλεμοι, αφήνοντας στο πέρασμά τους καμένη γη κι από κάτω την υπογραφή τους. Νιώσαμε καλά στο πετσί μας τι πάει να πει αντιπρόσωπος κεντρικής εξουσίας και πως στήνεται το παιχνίδι περιφέρειας και τοπικής αυτοδιοίκησης. Τι σήμαιναν οι χρωματισμένοι διορισμοί, οι διευθετήσεις και τα παράθυρα του νόμου. Ένα γελοίο σκηνικό. Ένα υπερμέγεθες πλιάτσικο σαράντα και πλέον χρόνων. Με πρωταγωνιστές αυτούς και κομπάρσους πολλούς από ‘μας. Να πως κατάντησαν κομπάρσο τον πρωταγωνιστή του παιχνιδιού: ταΐζοντάς τον προσωπικές αυταπάτες, κενές υποσχέσεις, άθλιες πολιτικές, ψεύτικο χρήμα, επίπλαστη ευμάρεια, τριτοκοσμική εκπαίδευση, ηλίθια τηλεθέαση, ευτελείς διασκεδάσεις, μπουζουκομάγαζα, κλαμπάκια και τόνους ναρκωτικών, καφεΐνης και οινοπνεύματος.
 
Ζητούνται άνθρωποι που γύρισαν κάποτε την πλάτη σε όλα αυτά και δεν τους περισσεύουν πια λόγια. Που θέλουν να μιλήσουν απλά, χωρίς σκοπιμότητες και ιδιοτέλειες. Που μπορούν ακόμα να χλευάσουν το απάνθρωπο, το υποκριτικό, το μικροπρεπές, την υποταγή και την εξάρτηση από πολύχρωμους παράγοντες, προεκλογικές υποσχέσεις και φτηνιάρικα βολέματα. Ζητούνται άνθρωποι που ‘ναι από μόνοι τους Απάντηση. Που η ζωή τους η ίδια είναι Άποψη και ικανή να εμπνεύσει και να χαρίσει ελπίδα. Ζητούνται εκείνοι που δεν ξέχασαν τι σημαίνει αθωότητα κι ότι η ευτυχία είναι συνώνυμο της ευαισθησίας και της απλότητας. Εκείνοι που δεν αγνόησαν το παιδί που κρύβουν μέσα τους και λάτρεψαν το αυθόρμητο παιχνίδι της ζωής, τη φύση και την υγεία. Ζητούνται εκείνοι που πόθησαν την μυρωδιά της γης και αναζητούν την επαφή με το χώμα και τους καρπούς του. Εκείνοι που μεταποιούν τη σιωπή σε ομορφιά. Που διδάσκονται στη μοναξιά τους πόσο πολύτιμη είναι η συνύπαρξη και περισυλλέγουν κάθε τόσο τα κομμάτια τους, συνθέτοντας ξανά και ξανά τον εαυτό τους. Ζητούνται άνθρωποι που δεν υπερτιμούν το είναι τους κι ούτε το αφήνουν να κυλήσει στα χαμηλά. Που μοιράζουν ματιές, αντί χειραψίες, χαμόγελα και αγκαλιές αντί λέξεις. Άνθρωποι που διατηρούν τη δροσιά τους σε καιρούς άνυδρους και την σοφία τους ως το μόνο τους όπλο απέναντι στην ανοησία των άλλων. Ζητούνται υπερασπιστές και θεματοφύλακες. Ζητούνται νέοι όλων των ηλικιών για την επανίδρυση αυτού του τόπου.

Έλλειμμα

Αυτό που λείπει από μικρές ταλαιπωρημένης κοινωνίες σαν τη δική μας, είναι οι δημιουργικές παρέες. Λείπουν οι μερακλήδες των αξιόλογων ιδεών, της δημιουργικής γκρίνιας, του διδακτικού χιούμορ, της καλής συντροφιάς, της ουσιαστικής συμπαράστασης. Γνώρισε άραγε ποτέ αυτός ο τόπος περισσότερη κατήφεια, θλίψη και αδιαφορία;

Αναισθησία

 
 
Το αλκοόλ είναι η αναισθησία που χρησιμοποιούμε
για να αντέξουμε την εγχείρηση της ζωής
 
[George Bernard Shaw]

Η ζωή στα ίσια της


Ο κόσμος, λοιπόν, χωρίζεται σε δυο κατηγορίες. Σε αυτούς που έχουν πρόβλημα και σε αυτούς που είναι πρόβλημα! Αυτοί που είναι πρόβλημα, συνήθως ακουμπάνε σε κάποιους άλλους που στη συνέχεια έχουν πρόβλημα από αυτούς που είναι πρόβλημα. Όταν όμως αυτοί που έχουν πρόβλημα παραφουμάξουνε και ψιλοαδειάσουνε αυτούς που είναι πρόβλημα, τότε αυτοί που είναι πρόβλημα δεν είναι πρόβλημα αλλά είναι άνθρωποι που έχουνε πρόβλημα! Και κάπως έτσι έρχεται η ζωή στα ίσια της πότε με το πρόβλημα του ενός και πότε με το πρόβλημα του άλλου...
 
[Μαλβίνα Κάραλη]

Παραπλανημένοι υπήκοοι ή συνειδητοί πολίτες;

«Φοβάμαι ότι η Ελλάδα ήδη έχει χάσει την οντότητά της... Ακόμα και οι ίδιοι οι άνθρωποι έχουν αλλάξει... Αν εξακολουθήσουν τα πράγματα να είναι έτσι και ο λαός να μην αντιδρά και οι πολιτικοί να είναι δήθεν πολιτικοί, πολιτικάντηδες, να είναι αυτοί που είναι, τα πράγματα θα χειροτερέψουν και η Ελλάδα θα γίνει ένα τουριστικό ξενοδοχείο ας πούμε. Τα σημαντικά πράγματα θα πέσουν στα χέρια ξένων εταιριών, οι Έλληνες θα είναι διευθυντές ξενοδοχείων και γκαρσόνια, χορευτές στα καμπαρέ κ.λπ.». Απόσπασμα συνέντευξης που παραχώρησε ο Κορνήλιος Καστοριάδης σε εφημερίδα του Σύδνεϋ τον Αύγουστο του 1991... Εικοσιένα χρόνια αργότερα κι η χώρα ρημάζει αφημένη στο έλεος των διεθνών αφεντικών της.

Εγχώριοι και διεθνείς αναλυτές κάνουν λόγο για οριστική κατάρρευση του σύγχρονου πολιτικού κατεστημένου. Άλλοι, λιγότερο μετριοπαθείς, θεωρούν τη δημοσιοοικονομική στενωπό της χώρας ως μεταβατική περίοδο προς μία μελλοντικά εξυγιασμένη οικονομία. Το ερώτημα, ωστόσο, αν μαζί με την εξυγίανση της οικονομίας εξυγιανθεί και η γενικότερη ζωή των Ελλήνων, προς το παρόν παραμένει αναπάντητο. Δημοσιογράφοι, μέσα παραπληροφόρησης και εταιρείες δημοσκοπήσεων δίνουν τον παλμό της επικαιρότητας. Όταν η μεγαλύτερη μερίδα του πληθυσμού βάλλεται από ανεργία, φτώχεια και εξαθλίωση εκείνοι επιμένουν ν’ ανεβοκατεβάζουν ποσοστιαίες μονάδες, να συζητούν για το αναπτυξιακό μέλλον του τόπου και να προσθαφαιρούν κόμματα απ’ τα βουλευτικά έδρανα… Εφτά, οχτώ ή εννέα θα είναι τα κόμματα στην νέα μνημονιακή Βουλή της κατεχόμενης Ελλάδας;..

Ας έχουμε στο πίσω μέρος του μυαλού μας την πιθανότητα να μην προκηρυχθούν τελικά εκλογές. Κι αν εν τέλει αποφασιστούν ημερομηνίες, ας μην γελιόμαστε, δεν πρόκειται ν’ αλλάξει τίποτα. Τί άλλο πρέπει να ζήσουμε για να συνειδητοποιήσουμε το πολιτικό μας τέλμα; Πόση εξαπάτηση μπορεί να χωνέψει το άμοιρο μυαλό μας για να καταλάβουμε το ψεύδος της εκλογικής διαδικασίας και ότι οι αντιπρόσωποι εκλέγονται πολύ πριν εκλεχθούν από τον λαό; Ο αυξανόμενος αριθμός κομμάτων στη Βουλή δεν είναι δείγμα δημοκρατίας και πολυφωνίας, όπως θέλουν πολλοί να υποστηρίζουν, αλλά δείγμα διχασμού και σύγχυσης. Φτάσαμε στο σημείο ο καθένας να ορίζει ένα δικό του κράτος δικαίου, μία δική του οικονομική πολιτική, μία δική του δημοκρατία που έχει ως βάση τα ιδιοτελή συμφέροντα της κάστας που εξυπηρετεί. Είναι πλέον φανερό ότι αυτός ο τόπος δεν αντέχει άλλες τέτοιες δημοκρατίες. Τις δοκίμασε όλες…

Πράγματι, δεκαετίες τώρα η ελληνική κοινωνία βίωνε το φαντασιακό του δυτικού μοντέλου ζωής ως τη μόνη μεταπολεμική και μεταπολιτευτική οδό σωτηρίας. Δεκαετίες παραλογισμού που αντί για ευτυχία προσέφεραν απλόχερα ασθένειες, αυτοκτονίες, κοινωνικά και ψυχολογικά αδιέξοδα. Ωστόσο, αν εξετάζαμε με μεγαλύτερη προσοχή τις εν γένει πολιτικές εξελίξεις, θα διαπιστώναμε με κάποια δυσφορία ότι, ο δυτικός κόσμος (οι πολιτικές-μαμούθ της «βρετανικοαμερικανικής συμμαχίας») δεν πλάστηκε για να ευτυχίσει. Είναι ένας κόσμος γαλουχημένος με αίμα, εκβιασμό και μονομερείς σκοπιμότητες που κατάφερε να μεταλλάξει συνειδητά τους πολίτες του σε ακόρεστους βαριεστημένους υπηκόους, έτοιμους να πέσουν ανά πάσα στιγμή με τα μούτρα στην ύλη. Και μετά από τόση εξαπάτηση, είναι απορίας άξιο πως ένας τόπος μιας χούφτας ανθρώπων κατάφερε να γίνει ο βραχνάς της διεθνούς οικονομίας…

Είχαμε πειστεί ότι το παν ήταν να μπούμε στη γραμμή παραγωγής και κατανάλωσης άχρηστων προϊόντων και υπηρεσιών και ότι μόνο μία ζωή υπαλλήλου μπορούσε να μας εγγυηθεί αταραξία και μακαριότητα. Δυστυχώς, ακόμα και σήμερα συσχετίζουμε την ανάπτυξη με την βιομηχανία και την διεκδίκηση υπαλληλικών θέσεων σε δημόσιους και ιδιωτικούς μισθωτές, αφήνοντας πίσω μας την ύπαιθρο, προς αναζήτηση ονείρων στα αστικά κέντρα Ελλάδας και εξωτερικού. Το 1872 ο μεγάλος διανοητής Φρίντριχ Νίτσε στο κείμενό του με τίτλο “Το κράτος στους Έλληνες” έγραφε: «Όλοι βασανίζονται να διαιωνίσουν με άθλιο τρόπο μια άθλια ζωή• αυτή η φοβερή ανάγκη τους οδηγεί να κάνουν μία εξουθενωτική εργασία, την οποία θαυμάζει κάθε τόσο ο εκμαυλισμένος από τη θέληση άνθρωπος ή ακριβέστερα ανθρώπινος νους, σαν να είναι κάτι αξιοσέβαστο». Αγνοώντας τις περισσότερες φορές τον αναλώσιμο χαρακτήρα της ζωής μας μέσα στο τραγικό παιχνίδι που έστησαν για πάρτη μας οι εξουσιαστές αυτού του κόσμου.

«Ένας λογικός και φυσιολογικός άνθρωπος δεν έχει καμία ανάγκη να ζει μ’ ένα ρολόι στο χέρι και να βλέπει τί ώρα είναι...», θα πει ο Καστοριάδης. «Το δυτικό προλεταριάτο είναι ένα κοινωνικό δημιούργημα ανθρώπων οι οποίοι έχουν μάθει ότι, τουλάχιστον 12 στην αρχή, 10 μετά, 8 στο τέλος ώρες την ημέρα, όλες τους οι σωματικές κινήσεις και η πνευματική τους προσοχή είναι αποκλειστικά αφιερωμένες σε ένα και μόνο αντικείμενο, που πρέπει να το χειριστούν με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια για να βγει ένα ορισμένο αποτέλεσμα» (“Η δύση και ο τρίτος κόσμος”, απόσπασμα ομιλίας, Ηράκλειο 1991).

Σ’ έναν τόπο όπου οι υπήκοοί του συνήθισαν να σκύβουν το κεφάλι σε μισθωτές, δανειστές, πολιτικάντηδες και φλύαρα ανθρωπάρια όλων των ειδών, πόσο εύκολο είναι ν’ αλλάξουμε ρότα ζωής κι απ’ την αυταπάτη της φθηνής καλοπέρασης και της αυθαίρετης μεζονέτας να περάσουμε στη συνειδητή διεκδίκηση της ζωής μας; Πόσο εύκολο είναι να αντιστρέψουμε τα δεδομένα μιας κοινωνικής, πολιτικής, ηθικής και πολιτισμικής παρακμής, δίνοντας επιτέλους χώρο στο νέο αίμα που ‘χει κάνει την εμφάνισή του εδώ και καιρό; Και τελικά, πόσο έτοιμοι είμαστε να απεκδυθούμε τη ρετσινιά του υπηκόου και του υποτελή; Το μεγάλο στοίχημα αυτού του τόπου δεν έχει ακόμα παιχτεί. Οι μεγάλες απαντήσεις δεν έχουν ακόμα δοθεί. Η αξιοθαύμαστη δύναμη αυτού του λαού δεν έχει ακόμα φανεί. Παρόλο που ο χρόνος έχει στενέψει επικίνδυνα, οι συνθήκες είναι ήδη ευνοϊκές. Απαιτείται παρατήρηση, προβληματισμός και εγρήγορση την πιο κατάλληλη στιγμή.