Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αντίδραση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αντίδραση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Θερινά


όσα οι άνθρωποι χάνουν
στον εγκλεισμό των αστικών κέντρων
τα αναζητούν μάταια
στον συνωστισμό
μιας ταλαιπωρημένης ακτής

~

μάνα θάβει το παιδί της στην άμμο
κάτω από πέλματα 
και αποτσίγαρα 

~

ασθενικά νέφη στον ουρανό
πλεούμενα σε κάθε σημείο του ορίζοντα —

θύματα όλοι μας
του ελληνικού καλοκαιριού

~

φαλακροκόρακες και ασημόγλαροι
αναζητούν τη λεία τους

είμαστε η λεία
μιας ανελέητης θερινής ραστώνης

~

ζευγάρια
δολοφονούν τον έρωτά τους
σε απόμερες ακτές

~

προορισμοί διακοπών
που δεν περιμένουν κανέναν

~

η παράνοια
να βρεθούμε με κάθε τίμημα
δίπλα στο κύμα

~

τα καλοκαίρια
θέτουν τη γνώση σε λήθαργο

Ακόμα και ο έρωτας, τον θάνατο υπερθεματίζει


Αναρωτιέμαι αν υπάρχει κάτι που να μην παραπέμπει στον θάνατο. Ακόμα και ο έρωτας, τον θάνατο υπερθεματίζει. Θέλω να πω, το τέλος παραμένει η κινητήριος δύναμη του παρόντος, ίσως και του μέλλοντος. Γράφοντας για τον έρωτα, ουσιαστικά μιλάμε για το βέβαιο του τέλους. Του οποιουδήποτε τέλους. Ο θάνατος παραμένει το επίκεντρο του στοχασμού μας, ακριβώς γιατί μας απασχολεί περισσότερο από καθετί. Παραμένει μία συγκεκαλυμμένη εμμονή που μας προσδίδει αγωνία, φόβο και μυστήριο. Προσδίδει όμως και πάθος για ζωή. Ο θάνατος, όχι ως αφοβία, αλυπία ή συμφιλίωση (πράγμα αδύνατον), περισσότερο ως ανακωχή.

~

Αν το ποίημα δεν έχει κάτι από τη σάρκα μας, γιατί να αποτυπωθεί; Κι αν πάλι το ποίημα δεν αποτινάξει το σάρκινο περιεχόμενό του, πώς είναι δυνατόν να αγγίξει την ψυχή μας; Στο ποίημα χωρούν τα πάντα. Όμως με γνώση, σύνεση, διάκριση και διακριτικότητα. Δεν είναι όλα για να ανθίσουν μες στο χώμα…

~

Δεν έχω την παραμικρή ιδέα πως κατακτάται η ποιητικότητα. Σίγουρα όχι μέσα από αναγνώσματα και μελέτη. Τα βιβλία δεν βοηθούν την ποίηση. Η ποίηση των άλλων δεν οξύνει τα προσωπικά κριτήρια και σπανίως διαμορφώνει ύφος. Όλα μάλλον σχετίζονται με το ποιοι είμαστε και ποια στάση κρατάμε απέναντι στη ζωή και τα φαινόμενα. Η ποιητικότητα αποτελεί εγγενές στοιχείο της δημιουργίας. Το ζητούμενο παραμένει η πρόσληψή της.

~

Φέρουμε εντός μας παρελθόν, πολύ πριν συναντήσουμε την ανάγνωση. Ίσως είναι ο λόγος που γίνεται κάποιος ποιητής. Η παράδοση είναι βίωμα και όχι ανάγνωση. Η προφορικότητα γέννησε και γεννά τον ποιητικό λόγο. Κι ίσως από έλλειμα ή επάρκεια εαυτού γίνεται κανείς ποιητής.

~

Η ποιητικότητα είναι μάλλον κάτι περισσότερο από συγκινησιακά φορτισμένη χρήση της γλώσσας. Άλλωστε, δεν είναι η γλώσσα το κύριο εφόδιο του ποιητή. Το προσωπικό ύφος, κατακτάται με ουσία βιώματος και όξυνση της παρατήρησης. Όσο λιγότερο επικοινωνεί ένα ποίημα με την ποιητική παραγωγή της εποχής του, τόσο περισσότερο προσεγγίζει την ποιητικότητα.


[Συνέντευξη που δημοσιεύθηκε 
στην ιστοσελίδα fractalart.gr]


Απεμπλοκή από την κατάκτηση της ευτυχίας


Μεγάλη χαρά, η επαφή μου με τα στοιχεία της υπαίθρου. Μεγάλη λύπη, ο άλλοτε εκούσιος κι άλλοτε ακούσιος αστικός μου εγκλεισμός. Χρειάζεται, ωστόσο, κάποτε να παρακάμπτουμε τα συναισθήματα. Δεν ωφελούν.

***

Ευτυχία είναι η απεμπλοκή μας από οποιαδήποτε κατάκτηση οποιασδήποτε ευτυχίας. Μία ακόμη μπλόφα η ευτυχία, μαζί με τόσα άλλα που λογίζονται σημαντικά…

***

Όσα διδάσκει η εμπειρία της ζωής και η επίμονη παρατήρηση, κανένα βιβλίο ή εγχειρίδιο γραφής δεν μπορεί να διδάξει. Η γραφή είναι πρωτίστως χάρισμα και έπειτα κατάκτηση. Δεν βιάζεται και δεν βιάζει.


[Συνέντευξη που δημοσιεύθηκε 
στην ιστοσελίδα των εκδόσεων στίξις | stixiseditions.gr]

Μοιρασμένο φως


Τρίτη απόγευμα με καφέ στο μπαλκόνι, τον χειμαρρώδη λόγο της Μήτσορα στη “Σκόρπια Δύναμη” απ’  τις εκδόσεις Οδυσσέας του ’82, παραδίπλα η ταλαιπωρημένη απ’ το φετινό κρύο αλόη μαζί με μια γλάστρα ροζέ κυκλάμινα εισαγωγής, ο ακατανόητος ήχος της γειτονιάς όπως αντηχεί στα τσιμέντα, τα κλειστά μαγαζιά της Δελφών και της Σόλωνος, το σκήνωμα μιας πόλης που παρέμεινε τραγική επαρχία, η παρούσα και η μέλλουσα κρίση ανθρώπων, χρημάτων, περιβάλλοντος, το παραμύθι ενός πάντα επικείμενου πολέμου που σκιάζει τον κατ’ εξακολούθηση πόλεμο της καθημερινότητας, οι νεκροί μας και οι εναπομείναντες ζωντανοί, η είδηση αυτοχειρίας φοιτητή στην Πάτρα, η αυτιστική δικαιοσύνη των καταφρονεμένων, η από αιώνων τυραννία των εξουσιών, η μοναξιά που έγινε συνήθεια, ο κακοφορμισμένος εγκλεισμός εαυτού και αλλήλων, οι σκέψεις σου μες στις δικές μου σκέψεις, το μοιρασμένο φως και το αδιαίρετο σκοτάδι, η Ελλάδα που πορεύεται από χειμώνα σε χειμώνα κι ένα τσιγάρο που κάηκε στα δάχτυλα πριν προλάβω να φυλακίσω λίγο απ’ τον καπνό του στα σωθικά μου

Δεν είμαστε πλασμένοι να γράφουμε


Ποίηση σαν πεζό και πεζό σαν ποίηση. Μάλλον, το ζητούμενο παραμένει –η πάντα δύσκολη στον ορισμό της– ποιητικότητα. Η ενάργεια και η διεισδυτικότητα της έκφρασης. Εντούτοις, σπανίως δείχνω υπομονή σε εκτενή αναγνώσματα.

***

Ακόμα κι αν μπορεί ο καθένας να συντάξει κείμενο, η γραφή –ως ουσιαστική δημιουργία– αφορά λίγους. Ελάχιστους. Είναι ένα είδος αφιέρωσης. Μία παράδοξη, σχεδόν απάνθρωπη, ροπή. Μία ακατανόητη εδώ και αιώνες τάση του είδους μας. Ένας παραλογισμός που μπορεί αργά ή γρήγορα να σε καταστρέψει. Η γραφή είναι μία διαρκής άσκηση, όμοια προσευχής, η οποία απαιτεί απομόνωση, πολύτιμο χρόνο, αφοσίωση και ένα είδος «αθόρυβου» μισανθρωπισμού. Δεν είμαστε πλασμένοι να γράφουμε. Δεν είμαστε προγραμματισμένοι να στέκουμε για μήνες, χρόνια, δεκαετίες πάνω από σελίδες ή μπροστά από οθόνες και πληκτρολόγια. Όπως δεν θα προέτρεπα κανέναν να γράψει. Δεν θα ενθάρρυνα κανέναν να γίνει ποιητής. Η εμφάνιση ενός ποιητή είναι μεν αναγκαία (αγνοώντας το γιατί), παραμένει, ωστόσο, φαινόμενο χαοτικό και σπάνιο. Πάντως, η γραφή και κάποτε η ανάγνωση αποτελούν προϊόντα της πτώσης μας.

[Συνέντευξη που δημοσιεύθηκε 
στο λογοτεχνικό ιστολόγιο selidestexnis]

Ένα οποιοδήποτε τέλος


Ο “συγγραφέας” είναι μία ιδιότητα που μοιάζει να πολλαπλασιάζεται στον καιρό μας. Αγνοώ, ωστόσο, τι μπορεί να σημαίνει ο όρος “πνευματικός άνθρωπος”. Πάντως, ο ρόλος του συγγραφέα δεν θα έπρεπε να διαφέρει από τον ρόλο του καθενός μας. Παρόλο που παραμένει ο «παλμογράφος» της εποχής, χωρίς υστεροβουλίες, περιττούς φόβους και εκπτώσεις. Ο συγγραφέας οφείλει να παραμείνει ον ανένταχτο και αντι-εξουσιαστικό.

***

Κάθε εποχή εισάγει τους δικούς της τρόπους να υπάρξει ή να καταστραφεί. Δεν είμαι σίγουρος αν το βιβλίο ή η ανάγνωση σελίδων εισφέρουν σ’ αυτό που με ευκολία ονομάζουμε «πολιτισμό». Όπως δεν είμαι σίγουρος αν η ανάγνωση καλλιεργεί ή όχι την ανθρώπινη προσωπικότητα. Η ποίηση δεν έχει ανάγκη εδάφους. Είναι μία διαρκής διαδικασία χωρίς αρχή και τέλος. Το ζητούμενο είναι ίσως να προσεγγίσουμε μία ποιητικότητα που δεν έχει ανάγκη βιβλίων, αναγνωστικού κοινού, χαμένου ή κερδισμένου εδάφους.

***

Καλώς ή κακώς, δεν έχουν όλα στη ζωή αίσιο τέλος. Μου φτάνει όμως που έχουν ένα τέλος. Ένα οποιοδήποτε τέλος. Μου αρκεί που όλα κάποτε τελειώνουν. Στα κείμενά μου υπάρχει το τετελεσμένο. Από εκεί κι έπειτα, μου είναι αδιάφορο αν είναι αίσιο ή όχι. Κι ούτε γνωρίζω αν υπάρχει αίσιο τέλος σε οτιδήποτε.

[Συνέντευξη που δημοσιεύθηκε στο πολιτιστικό περιοδικό kulturosupa.gr]

Παλλόμενο χάος


Κάποτε είναι απαραίτητος και ο φόβος, αλλά υποδυόμαστε τους ατρόμητους και τους άφθαρτους. Ωστόσο, το παρόν και το μέλλον θα παραμείνουν ες αεί αβέβαια. Όπως δεν είναι βέβαιο πόσο θα μας ανέχεται ακόμα ο πλανήτης. Όσο για την τεχνολογία, μάς έχει γραπώσει για τα καλά στα πανίσχυρα σαγόνια της. Παραλύουμε, παραδομένοι στους αλγορίθμους, στην εικονική πραγματικότητα και την ψηφιακή παρακολούθηση. Τελικά, το μόνο στίγμα που θα αφήσουμε πίσω μας θα είναι το ψηφιακό. Ποιος, λοιπόν, μπορεί να είναι ο ρόλος της ποίησης μέσα στο παλλόμενο χάος που βιώνουμε καθημερινά; Ποιος ευκαιρεί σήμερα να σταθεί σε μια γωνιά για την προσευχή του, για να ευκαιρήσει για την ποίηση;

[Δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο cityportal.gr]

Από το βλέμμα εισβάλλει το κακό


Ακόμα και το βλέμμα
λειτουργεί με αφορισμούς.

Απομονώνω εικόνες:
εφτά τσιμεντένια σκαλοπάτια 
γωνίες και ραγίσματα 
μια τρύπα δυτικά στον ουρανό – 
φθαρμένο γαλάζιο σαν σκοτωμένος άνεμος

κάθε τι 
μου δείχνει τρόπους να πεθάνω

***

Από το βλέμμα εισβάλλει το κακό.
Τα μάτια είναι όργανα μεταχειρισμένα.
Είτε ανοιχτά, είτε κλειστά
επιμένουν να κοιτούν
όσα δεν χρειάζονται.

***

Τα δάχτυλα μυρίζουν τσιγάρο.
Ο πλανήτης κατειλημμένος
από μικροσκοπικά έντομα.

Στο φως του απογεύματος
περιγράμματα βουνών
και δέντρων.
Φωνάζω τον σκύλο.
Δεν με βλέπει.
Επικοινωνούμε μόνο με την ακοή.

Οι άνθρωποι επιτείνουν τη μοναξιά μου.
Τίποτα δεν μπορεί να αποφευχθεί.

Εξαντλώ την ύπαρξη
πριν εκείνη μ’ εξαντλήσει.


[Φιλοξενήθηκαν στη λογοτεχνική σελίδα ennepe-moussa]

Ασεβείας γραφή


Και υποπέσαμε ξανά στην ευκολία μιας προ αιώνων πολεμικής εναντίον της Ορθόδοξης Λατρείας. Ίσως τελικά ένας από τους ρόλους της Εκκλησίας (καταχρηστικά αναφέρονται ως εκκλησία μόνο οι ρασοφόροι) είναι να δέχεται ανηλεώς τα πυρά του κοινωνικού σώματος, εν είδει εκτόνωσης.

Ενός κοινωνικού σώματος που άλλοτε λογίζεται ένθεο κι άλλοτε άθεο, λες και η προγονική λατρεία εκφράζεται με υποκειμενικά κριτήρια και αφορά μεμονωμένα άτομα και άκαπνες ιδιωτικές ζωές.

Πάντως, τους τελευταίους μήνες, η αποδόμηση των τυπικών της Ορθόδοξης Λατρείας από μερίδα ψευδο-προοδευτικών και ορισμένων μέσων ενημέρωσης –με πρόσχημα την υγειονομική κρίση– δεν έχει προηγούμενο. Γεγονός μάλλον αδιανόητο στο παρελθόν.

Όχι γιατί σήμερα πορευόμαστε προς έναν όλο και πιο εκλογικευμένο εκσυγχρονισμό, αλλά γιατί κάποτε τα συστατικά μιας κάποιας ετερότητας υπήρξαν ιερά και αδιαπραγμάτευτα.

Είναι γνωστή η στάση των πρώτων Ελλήνων απέναντι στη βλασφημία και την εξύβριση των Θείων. Αποτέλεσμα όμως της Ύβρεως είναι η Άτις, όπου μέσα στην θολούρα της περισπούδαστης αλαζονείας μας, εκφραζόμαστε με περισσό θράσος. Το σχήμα συμπληρώνει η Νέμεσις και η Τίσις, γεγονός αδιάφορο για τους νεοέλληνες.

Μπορεί με τα δεδομένα του σήμερα να φαντάζει ακραίο, αλλά η διακωμώδηση, η εξύβριση και η αμφισβήτηση του Θείου και των ιερών τελετών που το περιβάλλουν απαγορευόταν δία νόμου, επιφέροντας σε πολλές περιπτώσεις εξορία και θάνατο. Χαρακτηριστική η περίπτωση του Θεσσαλού βασιλιά, Ερυσίχθονα, ή του Λαοκόωντα που τον έζωσαν τα φίδια.

Ακόμα και η «κοινολογία» των μυστηρίων θεωρούνταν απαράβατη. Φιλόσοφοι και ιστορικοί της αρχαιότητας δεν τολμούν να κάνουν την παραμικρή αναφορά στην ιερότητα των μυστηρίων, ενώ οι μετέπειτα θεολόγοι υποστηρίζουν αδιαπραγμάτευτα την ύπαρξή τους.

Σήμερα, τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά, καθώς ουκ ολίγοι κερδίζουν μεροκάματο ή στήνουν το κοινωνικό τους προφίλ, περιφρονώντας ή ξεφτιλίζοντας την λατρευτική παράδοση του τόπου. Φαίνεται, ως εκεί τους επιτρέπει η όποια συνείδηση τους απέμεινε.

Οι «υπερασπιστές» των ιδιαιτεροτήτων βάλλονται εναντίον της εγχώριας ιδιαιτερότητας, γιατί, λένε, ενισχύει τον σωβινισμό και την μισαλλοδοξία. Ιεροποιούν ό,τι τους βολεύει και αποκαθηλώνουν παραδόσεις αιώνων, γιατί οι «άνθρωποι εξελίσσονται» και οτιδήποτε αντίκειται στην πολυπόθητη εξέλιξη είναι εξόχως επικίνδυνο και καταχρηστικό.

Εποχή βαθιάς περισυλλογής και προστασίας όσων μπορούν ακόμα να προστατευθούν. Γιατί, μπροστά στον ειδησεογραφικό ορυμαγδό της υγειονομικής παραφροσύνης, γινόμαστε εκών άκων υβριστές και καταδότες, ξεφτιλίζοντας ό,τι απέμεινε από παρελθόν μαζί με την λατρευτική παράδοση των προγόνων. Γιατί ό,τι χλευάζεται, προμηνύει σκοτάδια που δεν τα έχουμε ακόμα φανταστεί.

Και κάτι τελευταίο. Το αγαθό της υγείας, είναι αποτέλεσμα τριών κρίσιμων παραμέτρων: της σωματικής, της ψυχοπνευματικής και της κοινωνικής μας ισορροπίας. Τίποτα από τα παραπάνω δεν είναι πια αυτονόητο. Ακριβώς γιατί όσα συμβαίνουν αφανίζουν κάθε ίχνος εδάφους, όπου θα μπορούσε κάπως να στεριώσει η πολύπαθη υγεία μας.
~
*Σημ.: “ασεβείας γραφή”, η περί προσβολής κατηγορία του λατρευτικού συναισθήματος κατά την ελληνική αρχαιότητα

[Δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό PolisMagazino]

Σήμερα ζούμε με αναβιώσεις


Ο πολιτισμός συνέβη μία φορά. Σήμερα ζούμε με αναβιώσεις. Η χώρα που κάποτε τον γέννησε, οφείλει να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της στο σήμερα. Όλα βρίσκονται σε μία μεγάλη και βασανιστική αναμονή.

***

Καλλιτέχνης: Η πιο τραυματική περίπτωση έννοιας σ’ αυτόν τον τόπο. Ευαισθησία πάει να πει λεπτοφυής πρόσληψη ερεθισμάτων. Πριν το αύριο, υπάρχει το σήμερα. Στο σήμερα χάνονται οι μάχες. Το αύριο είναι ήδη αργά.

[Συνέντευξη που δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό PolisMagazino]


Η πείνα είναι ήδη εδώ


Να διανύουμε τον 21ο αιώνα και να λιώνουμε από ανεργία, ανέχεια και φτώχεια. Πού έγκειται ακριβώς η ανθρώπινη πρόοδος;

Όλο και πληθαίνουν οι φωνές για επερχόμενη επισιτιστική κρίση. Αν και η πείνα είναι ήδη εδώ. Γιατί αν δεν είναι πείνα η κατανάλωση άθλιων προϊόντων, αν δεν είναι πείνα το σκοτάδι της ενημέρωσης, της ανύπαρκτης εγχώριας πολιτικής και του υποτιθέμενου πολιτισμού, τότε τί είναι;

Η αρχή όλων των δεινών είναι η κάθε είδους εξάρτηση. Και όσο κυριαρχεί η εξάρτηση, οι ελευθερίες θα συρρικνώνονται.

Μία κοινωνία που περιμένει επιδόματα για να ζήσει, είναι μία ξοφλημένη κοινωνία. Το επίδομα παραμένει η ύστατη και η πλέον επιτυχημένη μορφή εξάρτησης.

Αν δεν ανασύρουμε, όσο είναι ακόμα καιρός, την κακοποιημένη έννοια της αυτονομίας από το χρονοντούλαπο της ιστορίας και δεν αρχίσουμε να εφαρμόζουμε τις στοιχειώδεις αρχές της, τα δεινά όλο και θα γιγαντώνονται.

Ό,τι γίνεται, συμβαίνει ακριβώς για να παταχθεί κάθε είδος αυτονομίας, αυτοδιαχείρισης και αυτοπροσδιορισμού. Οι ελευθερίες υπήρξαν ανέκαθεν το πρόβλημα.

Αν δεν κλείσουμε τα αυτιά μας στα προστάγματα των εξουσιαστών και των πάσης φύσεως «ειδικών», αν δεν παράξουμε την τροφή μας, αν δεν γυρίσουμε την πλάτη στην ανθρωποφαγία των πόλεων, αν δεν θωρακίσουμε έστω την ύστατη στιγμή τις εναπομείνασες ελευθερίες μας, το παιχνίδι είναι χαμένο.

Λέω συχνά ότι ο φυλακισμένος δεν αυτοταΐζεται, τον ταΐζουν άλλοι. Από εκεί ξεκινά κάθε δεινό.


[Δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό PolisMagazino]

Μη μας χαρακτηρίσουν

Μπορεί η υγειονομική κρίση να μονοπωλεί εδώ και μήνες στα ΜΜΕ, ωστόσο τα μεγάλα ζητήματα παραμένουν: το δημογραφικό, η καλπάζουσα ανεργία, η επισιτιστική κρίση που πλησιάζει (αν δεν είναι ήδη εδώ), η διαρροή επιστημονικού δυναμικού (κοινώς brain-drain), η ερημοποίηση της ελληνικής υπαίθρου, η καταστροφή θαλάσσιου και χερσαίου φυσικού περιβάλλοντος μέσω φερώνυμων “πράσινων” και αειφόρων παρεμβάσεων, η ανυπόφορη παρακμή των πόλεων (ιδίως των δύο μεγάλων αστικών κέντρων Αθηνών και Θεσσαλονίκης), η κρίση στο Αιγαίο, στην Κύπρο, στα βόρεια σύνορά μας και στην Δυτική Θράκη (με την γείτονα χώρα και τις λυμαίνουσες μεγάλες δυνάμεις για ναυτικά μίλια και ορυκτό πλούτο), το μεταναστευτικό (αναφέρεται συχνά και ως “ανθρωπιστική κρίση”) και η ραγδαία ισλαμοποίηση.

Συνήθως, στρέφουμε το βλέμμα αλλού, μην αντέχοντας να αντικρίσουμε ό,τι μας καταπίνει. Μένουμε απράγμονες και καταπονημένοι μπροστά σε εξελίξεις που αδυνατούμε να ελέγξουμε. Και βουλιάζουμε στην εθνική μας μοναξιά, σε ένα υπαρξιακό τέλμα που παρασέρνει άτομα και συλλογικότητες.

Η εγχώρια ψευδο-πολιτική δεν είναι παρά μία υπόθεση από καιρό τελειωμένη, αφού ψευδο-ηγέτες και ψευδο-κινήματα πόρρω απέχουν από την διεκδίκηση εθνικών συμφερόντων. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο που ακούγεται όλο και πιο συχνά ο σκιώδης όρος «διεθνής παράγοντας».

Ακόμα και ο περιβόητος λαός δεν είναι πια παρά μία συγκεχυμένη και εξουθενωμένη ανθρωπομάζα χωρίς συνείδηση και όραμα. Ποια συνείδηση να περισώσεις μέσα στην ληστρική λαίλαπα ενός απάνθρωπου μορφώματος που ονομάζεται κράτος και ποιο όραμα, σε μία κοινωνία καταρρακωμένη από ανέχεια και εξαπάτηση.

Κι έτσι, συρρικνώνεται ο κρίσιμος αριθμός συμπολιτών που στοχάζεται και ενεργεί βάσει των αξιών της εθνικής ετερότητας, της αυτοδιάθεσης, της αυτονομίας, της αυτενέργειας και του αυτοπροσδιορισμού.

Πολλά είπαμε.  Μη μας χαρακτηρίσουν ηττοπαθείς, απαισιόδοξους και σοβινιστές. Άλλωστε, τί να μας κάνουν οι παραπάνω λεξούλες όταν μόλις και μετά βίας βγάζουμε τον μήνα ή όταν πνίγουμε τον πόνο μας μπροστά από οθόνες με φθηνό περιεχόμενο και κινδυνολογίες «ειδικών» που κατέκλεισαν κάθε εγκεφαλικό κύτταρο, στερώντας μας τα αγαθά της ελευθερίας, της χαράς και της απόλαυσης;

[Δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό PolisMagazino]


Οι αδιαθεσίες μου


Το ανυπόφορο στέκει αθόρυβα μέσα μου
Θλίβομαι κάθε που αντικρίζω τα χωράφια να χλομιάζουν
γίνομαι αφελής κι αφηρημένος
Θέλω να πω, σπανίως νιώθω ότι μεγάλωσα

*

Ο πόνος μεταφράζεται συχνότερα ως αδιαθεσία ―
όπως ολοκληρώνεις ένα ανάγνωσμα 
κι αισθάνεσαι μια παροδική ικανοποίηση 
ή πιάνεις χαρτί να σημειώσεις τις σκέψεις σου

*

Όπως πέφτει αργά το σκοτάδι 
κι αρνείσαι να επιστρέψεις ―
μέσα απ’ τις φυλλωσιές ακούγονται νυχτοπούλια 
ο θόρυβος της πόλης, μηχανές και άνθρωποι

*

Άγριο μελίσσι χωρίς τον βόμβο του —
Προφυλαγμένος ανάμεσα από κωνοφόρα 
εκτεθειμένος ανάμεσα σ’ ανθρώπους

*

Αγαπώ τόσο την ζωή 
που την συνήθισα 
και την μισώ

Η γραφή έχει κάτι από θάνατο | Federico García Lorca


Μα τί να πω για την Ποίηση; Τί να σου πω γι’ αυτά τα σύννεφα, γι’ αυτό τον ουρανό. Να τα κοιτάζω, να τα κοιτάζω, να τα κοιτάζω και τίποτ’ άλλο. Καταλαβαίνεις πως ένας ποιητής δε μπορεί να πει τίποτα για την Ποίηση. Ας τ’ αφήσουμε αυτά στους κριτικούς και τους δασκάλους. Μα ούτε εσύ, ούτε εγώ, ούτε κανένας ποιητής δεν ξέρουμε τί είναι Ποίηση.

Είναι εκεί, κοίταξε! Έχω τη φωτιά μέσα στα χέρια μου, το ξέρω και δουλεύω μαζί της, μα δεν μπορώ να μιλήσω γι’ αυτήν χωρίς να κάνω φιλολογία. Καταλαβαίνω όλες τις ποιητικές τέχνες. Θα μπορούσα να μιλήσω γι’ αυτές, αν δεν άλλαζα γνώμη κάθε πέντε λεπτά. Δεν ξέρω. Ίσως μια μέρα ν’ αγαπήσω πολύ την κακή ποίηση, όπως αγαπώ σήμερα την κακή μουσική, παράφορα. Θα κάψω ένα βράδυ τον Παρθενώνα για ν’ αρχίσω να τον χτίζω το πρωί και να μην τον τελειώσω ποτέ.

Στις διαλέξεις μου μίλησα κάποτε για την Ποίηση, αλλά το μόνο για το οποίο δε μπορώ να μιλήσω είναι η ποίησή μου. Όχι γιατί δεν έχω συνείδηση του τί κάνω. Αντίθετα, αν είναι αλήθεια πως είμαι ποιητής από χάρη του Θεού –ή του δαίμονα– είναι εξίσου αλήθεια ότι είμαι ποιητής χάρη στην τεχνική και την προσπάθεια, και γιατί κατέχω απόλυτα του τί είναι ένα ποίημα.

***

Είναι καλύτερο ν’ ακούς την ποίηση παρά να τη διαβάζεις. Η ζωή θέλει να μείνει λέξη που ο άνθρωπος ακούει. Η γραφή έχει κάτι από θάνατο, αλλά η λέξη είναι ζωή. Αγαπώ τη ζωή κι έτσι αγαπώ και τη λέξη.



[αποσπάσματα επιστολών και συνεντεύξεων του Lorca 
σε επιμέλεια-μετάφραση Τάκη Βαρβιτσιώτη]

Δεν είμαστε παρά η στάχτη του υπεδάφους


i.

Γνώρισα με το σώμα τους ήχους του μεσονυχτίου
τον απόκοσμο βόμβο των κουνουπιών
το σκοτάδι κάθε που ετοιμάζονταν να καταπιεί τη γη

Υπήρξα συνεπής με τη φθορά
και μόνο ο άνεμος, κάποιο ρεύμα απ’ τα δυτικά
ή ο πρωταρχικός νόμος της αδράνειας γνωρίζουν τρόπους
αποδοτικότερους της σιωπής

[ας φανούν τα λόγια αυτά απόρροια
αυθόρμητου εγωισμού]



ii.

Πρώτα η Στροφή του ’31, στη Γυμνοπαιδία αργότερα θ’ αντικρίσω
το παρελθόν και το μέλλον μας. Δεν είμαστε παρά η στάχτη
και η πορσελάνη του υπεδάφους.

Όταν συναντηθούμε η χώρα θα ’χει αλλάξει χέρια
ο πλανήτης θα γίνει το πιο βαρετό μέρος να ζήσει κανείς
κι όλα αθόρυβα θα καταλήξουν στην πλήξη

Θα ’ναι ξημέρωμα όταν συναντηθούμε
απόγευμα μιας εποχής ενδιάμεσης ―
ούτε κρύο ούτε ζέστη
μόνο υγρασία
σαν αγάπη χωρίς παραδοχές
κι αισθήσεις

Κι αν έφευγα σήμερα γι’ αλλού
αν φοβόμουν περισσότερο απ’ όσο τολμώ
αν βιαστικά σμήνη πτηνών, βλαστοκύτταρα
μηχανισμοί αιμοποίησης μας εγκαταλείψουν

αν είναι άλλη χώρα η Ελλάδα την άνοιξη
πάντα στ’ αριστερά μας το κοιμητήριο
γεμάτο λευκό μάρμαρο εισαγωγής



iii.

Κάποτε δεν αντέχεται η καθημερινότητα.
Τα λόγια σας τακτοποιημένα
καθώς οι ζωές σας.

Ένας Μάιος θα μας δικαιώσει όλους.


[Δημοσιεύθηκε και στο ηλεκτρονικό περιοδικό poiein.gr]

Χωρίς ταυτότητα


A Poet is the most unpoetical of any thing in existence; because he has no Identity - he is continually in for - and filling some other Body - The Sun, the Moon, the Sea and Men and Women who are creatures of impulse are poetical and have about them an unchangeable attribute - the poet has none; no identity - he is certainly the most unpoetical of all God's Creatures.

***

Ο ποιητής είναι το λιγότερο ποιητικό πλάσμα που υπάρχει, γιατί δεν έχει ταυτότητα. Είναι διαρκώς στα πρόθυρα ή στη διαδικασία να γεμίζει ένα άλλο κορμί. Ο ήλιος, το φεγγάρι, η θάλασσα, οι άντρες και οι γυναίκες, πλάσματα προικισμένα με ενόρμηση, είναι ποιητικά και έχουν στην κατοχή τους κάποιο μόνιμο χαρακτηριστικό. Ο ποιητής δεν έχει: είναι χωρίς ταυτότητα· είναι σίγουρα το λιγότερο ποιητικό από όλα τα δημιουργήματα του Θεού.

[John Keats, απόσπασμα επιστολής
στον Richard Woodhouse, 27 Οκτωβρίου 1818]

Συνήθως απέχω


Τούτο το σπάσιμο είναι κείνο που μ’ εξορίζει:
είμαι ο σπαραγμός του
Alain de Lattre


Αν το δικό σου σπίτι ανηφορίζει προς βορρά
το δικό μου
το τρώει η υγρασία του νότου
Δεν έχει σημασία ποιο βρίσκεται κοντύτερα στη θάλασσα
ούτε έχει σημασία αν είμαι εν ενεργεία άνεργος
Τόσοι και τόσοι κερδίζουν το ψωμί τους
κοροϊδεύοντας
Άλλοι πάνω σε κρεβάτια
άλλοι σ’ αναμμένα κάρβουνα
Μοναχικές θα ’ναι πάντα οι επιστροφές μας
*
Συνήθως απέχω απ’ τον καιρό μου 
Κρύβομαι
Διπλώνω χαρτιά στα τέσσερα
μεταγράφω στίχους
εικόνες σκοτωμένες 
Συνήθως δεν είμαι καλά
Μετέχω της καταστροφής
*
Αν ποτέ λυτρωθώ 
θα ’ναι για να σας φτύσω κατάμουτρα
Ένας θεός ξέρει πόσο σκοτάδι κόστισε η ζωή σας

Συνταγογραφημένα καλοκαίρια


Μας πιάνει τα καλοκαίρια μια τάση να προλάβουμε, να κάνουμε, να πάμε, να ζήσουμε, αγνοώντας ότι ήδη όλα αυτά συμβαίνουν. Αγνοώντας ότι δεν υπάρχουν συνταγές. Τα συνταγογραφημένα καλοκαίρια αλλά και τόσα αλλά που νόμιζα ότι έτσι κι όχι αλλιώς, είναι άλλης πια ζωής, άλλου ανθρώπου. Τα καλοκαίρια ξοδεύονται όπως ξοδεύονται τόσα και τόσα· όπως ξοδεύεται χωρίς να μας ρωτήσει η ζωή. Το ξόδεμα είναι ο νόμος κι όχι η εξοικονόμηση.

Γλυκά από συνταγή αποτυγχάνουν περίτρανα. Θυμάμαι της μάνας ή της μάνας της μάνας μου. Σκάρτο το κέικ, κάθονταν στη μέση, μια αηδία. Και τα γλυκά του κουταλιού που περνούσαν δια πυρός και σιδήρου με τηλέφωνα σε γνωστές, συγγένισσες, γειτόνισσες, πόση ζάχαρη, πόσο βράσιμο, με γλυκόζη ή χωρίς, ζαχάρωναν, ξίνιζαν πριν την ώρα τους. Ή αυτοσχεδιάζεις ή όπως τα ξέρεις και μπορείς. Ιδού ο νόμος. Δεν θα σκάσουμε κιόλας. Έτσι κι αλλιώς η θερμοκρασία των ημερών δεν βοηθά.

Στέκω αμήχανα μπροστά στις διακοπές τους, στις αναμονές τους σε σταθμούς και λιμάνια, στην καταθλιπτική μυρωδιά ξενοδοχείων κι ενοικιαζόμενων δωματίων με θέα το πράσινο ή το γαλάζιο, που πάντα ήταν εκεί αλλά τώρα μας βόλεψε να φωτογραφηθούμε μαζί του. Αμήχανα μπρος στην θλιβερή μελαγχολία εκείνων που φεύγουν να ξεσκάσουν, ν’ αλλάξουν παραστάσεις, να φορτίσουν μπαταρίες. Να ’ναι θλιβερή κι η μελαγχολία, πάει πολύ.

Το καλοκαίρι μου ήταν και είναι όπως κάθε εποχή. Μια απλή καθημερινότητα, σα να μην είχα ποτέ τίποτα να διακόψω. Κι η καθημερινότητα κρύβει ως φαίνεται τις πιο ζηλευτές συγκινήσεις. Φτάνει να μπορείς να δεις. Φτάνει ν’ απλώσεις χέρι ν’ αγγίξεις. Τώρα γιατί έτσι κι όχι αλλιώς, είναι θέμα που αφορά όσους αναζητούν τρόπους να είναι, να κάνουν, να πάνε, έχοντας στο τσεπάκι τους σκασίλες, μικροενοχές και αυτοτιμωρίες.

Το καλοκαίρι δεν είναι παρά άλλη μία εποχή. Μία ακόμα μετάβαση. Είναι στέκω για λίγο, πριν συνεχίσω ξανά. Αλλά στέκω. Το άγχος του αλλού, με άλλους, για όσο, μαραίνει όπως ο πλατύφυλλος βασιλικός στο τραπέζι της βεράντας πού ’μεινε απότιστος στον ήλιο. Το καλοκαίρι είναι καλοκαίρι. Όχι προετοιμασία για κάτι άλλο.

Poetical hunty #5


Δεν είμαστε ποιητές θα πει ποτέ δεν θα γίνουμε. Θα πει βγάλτε τον σκασμό. Πυρπολείστε τον καθησυχασμό σας. Θαυτείτε μαζί με τον ύπνο σας. Προστατέψτε μας από τον εαυτό σας.

Κάθε τόπος ἒχει τό δικό του Τσερνόμπιλ


Τούτος ο τόπος είναι ένας βράχος
σαν σπαθί κοφτερός που σοφός ο καιρός
θα τον κάνει τραγούδι μια μέρα
και θαρθούν εποχές που οι φτωχές μας ψυχές
το σκοπό του θ’ ακούν στον αγέρα
Νίκος Γκάτσος

Θεωρῶ ὅτι ὁ κάθε τόπος ἒχει τό δικό του «Τσερνόμπιλ».
Τρέμω μέ τήν ἰδέα ἑνός ἐφιαλτικοῦ σχεδίου ἀφανισμοῦ τῆς πολιτιστικῆς κοινότητας τῶν ἐθνῶν.
Στή χώρα μας συνέβη πρίν κάποια χρόνια.
Ἒτσι μεταλλάχθηκε ὁ πολιτισμικός ἱστός τῆς χώρας
καί τό pH τῆς κοινωνίας.
Ἒκτοτε ἀκολούθησαν πολιτικές τερατογεννέσεις.
Τελευταῖα ἀσχολοῦνται μαζοχιστικά μέ τό πρωτογενές πλεόνασμα.
Κανέναν δέν ἒχω ἀκούσει νά ψελλίζει ἒστω καί μιά λέξη γιά τό πρωτοφανές πνευματικό ἒλλειμμα.
Μιά τηλεορασόπληκτη κοινωνία «ἐπιβιώνει πνευματικά» χωρίς
νά ἒχει καταλάβει ὅτι ἒχει μεταμορφωθεῖ σέ ζόμπι.
Κάποτε ὁ ἱστορικός τοῦ μέλλοντος γιά νά ἀναγνωρίσει
τήν ἰδιοσυγκρασία τοῦ λαοῦ μας θά πρέπει νά ἀνατρέξει
στίς μετρήσεις τηλεθέασης.
Καί τά παιδιά;
Ἄφρονες Ἕλληνες, παράφρονες πολιτικοί, δέν ἀφουγκράζεστε
τήν ἀγωνία καί τήν ὀργή τους;
Καί ὅλα αὐτά ἐν ὀνόματι μιᾶς ἐπικίνδυνης οὐτοπίας: τῆς ἐξουσίας, ὅποιας ἐξουσίας.
Νά τή χαίρεστε.
Ὃμως: ἡ πολιτική εἶναι ἓρμαιο τοῦ χρόνου.
Ἡ δημιουργική τέχνη εἶναι ἄχρονη.
Καί γιά νά τελειώνουμε: ὁ Παπανδρέου πέθανε, ὁ Βαμβακάρης ζεῖ.

Σταῦρος Ξαρχάκος
Ἀθήνα, 30 Μαΐου 2017

[πηγή: www.musicpaper.gr]